Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Ποιος αντιγράφει ποιόν;

Ποιος αντιγράφει ποιόν;

Από τη μια έχουμε τον Ρουβίκωνα που μπαινοβγαίνει στα γραφεία συμβολαιογράφων, γιατρών και δημόσιων ή άλλων υπηρεσιών, και που άμα λάχει "κόβει και τα βιολιά" στα αφεντικά του Market In την ώρα που οι εργαζόμενοι του Καρυπίδη φυλακίζονται και συγκρούονται στα Γιάννενα, και γενικά, είτε τα κάνει λαμπόγυαλο είτε όχι, μαλώνει υπαλλήλους και αφεντικά για την ...κακή τους ηθική προειδοποιώντας τους για περαιτέρω τιμωρίες (μάλλον θα τους βάλει στη γωνία με το ένα πόδι όρθιο ή θα ανακαλύψει και πάλι την παιδαγωγική αξία της βέργας!)

Από την άλλη έχουμε το ΠΑΜΕ που λίγο πριν την ψήφιση νομοσχεδίων (είτε τα προτείνει αυτό είτε η κυβέρνηση, δεν έχει σημασία) κλιμακώνει τους αγώνες του μέχρι τη ψήφισή -ή την απόρριψή- τους μπαινοβγαίνοντας και αυτό σε υπουργεία -χαλώντας και καμιά γκαραζόπορτα μπας και ξεπλύνει τη ντροπή των πάλαι ποτέ δηλώσεων περί βιτρινών- για να μαλώσει τους υπουργούς (ή και να τους νουθετήσει ει δυνατόν, τι διάολο ορισμένοι εξ αυτών είναι και νέοι άνθρωποι σαν την Αχτσιόγλου) πραγματοποιώντας συγκεντρώσεις απογευματινές κατά βάση άντε και καμιά "απεργία" την οποία ελάχιστοι παίρνουν χαμπάρι. Μετά αναμονή. Μέχρι το επόμενο νομοσχέδιο εκτός και αν έχουμε και πάλι κανένα απεργιακό ή άλλο ξέσπασμα οπότε τότε ο λαός δεν θα είναι έτοιμος και τα αιτήματα δεν θα είναι τα σωστά! Αν δεν διεκδικήσεις βασικό μισθό στα 751 τώρα που φτήνηναν τα πάντα και οι υποχρεώσεις μας είναι λιγότερες από παλιότερα που έπρεπε να διεκδικήσεις 1400 είσαι ταξικά μάπας! Ως τότε λοιπόν που λέει και ο Καραθανασόπουλος "Να δείτε τι σας έχουμε για μετά!". Περιμένουμε με αγωνία! Τις εκλογές!

Από κοντά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ! Αυτοί πια -πέρα από το ότι ζηλεύουν τη δυνατότητα να... κηρύσσει απεργίες το ΠΑΜΕ από τη μια και τη μαχητικότητα του Ρουβίκωνα από την άλλη- μέσα στον ανταγωνισμό τους μοιάζουν καμιά φορά και σαν να συντονίζονται για να κάνουν καταμερισμό στη προσπάθεια κατάληψης των σκαλιών της Βουλής! Για την ανάρτηση του πανό σε αυτά! Παρασκευή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (συγγνώμη οι "συντονισμοί" των σωματείων ή κάποιοι εξ αυτών δεν το έχουμε καθαρό), Δευτέρα η ΛΑΕ. Και οι δύο μαζί δε γίνεται! Τους χωρίζει η διαφορά ως προς την έξοδο. Από την ευρωζώνη ή από την Ε.Ε;

Κατά την κλιμάκωση δε των απ' εδώ ανεξάρτητων ταξικών σωματείων την προηγούμενη βδομάδα προηγήθηκε και συγκέντρωση - πίεση προς τη ξεπουλημένη ΓΣΕΕ  -και ας μπορούν και χωρίς αυτή- μπας και την πείσουν να εξαγγείλει απεργία! Τα κατάφεραν εν μέρει αποδεικνύοντας την αξία των αγώνων, η ΓΣΕΕ κάλεσε σε απογευματινή συγκέντρωση. Από τα κάτω πάντα και με ενεργό το ρόλο των εργαζομένων. Στην ανάθεση και τον ακολουθητισμό! Για συνελεύσεις σωματείων δεν το συζητάμε, δεν προλαβαίναν, κι ας το ξέραν από πριν τα Χριστούγεννα ότι θα ψηφισθεί το νομοσχέδιο. Αφήστε που σε ορισμένες περιπτώσεις κινδύνευαν αντί για τα Προπύλαια να βρεθούν στην Ομόνοια. Για τέτοια είμαστε τώρα! Κάτι μας λέει ότι και στη δική τους περίπτωση σε επόμενο ξέσπασμα και πάλι τα αιτήματα θα είναι λίγα, ο λαός κουρασμένος και θα πρέπει να ανεβάσει την πολιτική του στόχευση! Προς την ξεκούραση και τη ψήφιση!

Από κοντά και τα μπάχαλα βεβαίως βεβαίως. Επανεμφάνιση με... μέτρο. Πρώτα οι μπογιές, μετά οι πέτρες, λίγο μετά καναδυό τρεις μολότωφ, ανάπαυλα για κανένα μισάωρο και ξανά από την αρχή μπας και! Αλλά δεν! Ε τότε μιας και αποχωρούν οι εναπομείναντες των παρελάσεων -κατά πως χαρακτηρίζονται όλοι οι υπόλοιποι στων οποίων τις πλάτες στηρίζονται οι ...μεγάλοι εξ αποστάσεως συγκρουσιακοί- αδειάζουν τις τσέπες τους από τις περισευάμενες πέτρες και αποχωρούν και αυτοί ήρεμα και απλά σε απευθείας σύνδεση με τα δελτία ειδήσεων. Έρχεται και Π/Σ/Κ άλλωστε. Πρέπει να ετοιμαστούν για τις επόμενες μάχες πέριξ του Πολυτεχνείου και της Χαριλάου Τρικούπη! Κλέφτες και αστυνόμοι, παλιό διαχρονικό και δημοφιλές παιχνίδι για εκτόνωση!

Κάθε πικραμένος και προδομένος από τον ΣΥΡΙΖΑ από τον οποίο άλλοι περίμεναν μεγαλύτερη ανοχή στις "επαναστατικές" τους δράσεις, άλλοι γιατί δεν τους βγήκαν τα αντιφατικά μεταβατικά όνειρα και άλλοι γιατί θεωρούν ότι ήρθε η ώρα να πάρουν τη ρεβάνς στη πρωτοκαθεδρία της Αριστεράς -στην οποία όμως δεν ανήκουν μιας και είναι καραμπινάτοι κομμουνιστές- τον "εκδικούνται" με κάθε τρόπο. Με παραδειγματικές(;) ενέργειες που θα τις παίξουν στα σίγουρα και τα κανάλια, μιας και κατά τα άλλα δεν τους παίζουν. Για να τις μάθει έτσι κι ο λαός μπας και χαρεί που υπάρχουν και αυτοί, μπας και ξεκολλήσει από τον καναπέ του είτε για να τους θαυμάσει είτε για να διορθώσει τη ψήφο του.

Εικονικοί λαϊκοί πόλεμοι, εικονικοί ταξικοί αγώνες, εικονικές συγκρούσεις. Διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές στοχεύσεις πλην όμως αντιγραφή του ενός από τον άλλο λόγω πραγματικής υποταγής στους συσχετισμούς της ήττας! Διαγ(κ)ωνισμοί ακτιβισμών με το λαό στις κερκίδες και ρόλο χειροκροτητή. Βάρδα μόνο μη και μπει στο γήπεδο, τότε θα δούμε ποιος εννοεί τι. 

https://antigeitonies.blogspot.gr/2018/01/blog-post_17.html

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ΚΑΛΕΣΜΑ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗΣ



Οι Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών απευθύνουν κάλεσμα αγωνιστικής συμπόρευσης προς όλους τους συναδέλφους. ΟΛΟΙ μαζί να απεργήσουμε, να συμμετέχουμε στην απεργιακή συγκέντρωση, να διαδηλώσουμε τα αιτήματα μας και την αντίθεση μας στα νέα βάρβαρα μέτρα. Να πάρουμε την υπόθεσή μας στα χέρια μας. Να σπάσουμε το κλίμα αδράνειας και υποταγής. Να οργανώσουμε την αντίστασή μας με τα σωματεία όργανα αγώνα, αντίστασης και διεκδίκησης.
ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ :


  • ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ
  • ΤΗ ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ,
  • ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΝΕΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΦΡΑΓΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ
  • ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΩΡΕΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ!
ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ!


στις 12:00 στην Πλατεία Κοραή στη συμβολή της με την Πανεπιστημίου

στις 17:00 στην Πλατεία Συντάγματος

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ-ΔΙΑΔΗΛΩΝΟΥΜΕ-ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ

Η πρώτη απεργία που έχει καταγραφεί στην ιστορία της ανθρωπότητας,έγινε 3500 χρόνια πριν από τους εργάτες τη Φαραωνικής νεκρόπολης και καταγράφηκε σε πάπυρο της εποχής.
Η πρώτη απεργία στην Ελλάδα καταγράφεται στη Σύρο.
"Το 1879 η Σύρος κλονίζεται από ένα ισχυρό κύμα απεργιών που ακολουθεί την παγκόσμια νομισματική κρίση. Τα ξένα νομίσματα, και κυρίως τα Ρώσικα (με τα οποία αμοίβονταν κυρίως οι Έλληνες εργάτες) υποτιμούνται κατά 25-27%, ενώ αντίστοιχα η τιμή του ψωμιού ανεβαίνει κατά 25%, με συνολικές απώλειες 50% για τον εργάτη. Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τους ναυτεργάτες, ενώ σύντομα και οι βυρσοδέψες ακολούθησαν. Σύμφωνα με την εφημερίδα Πατρίδα (27/2/1879) τα αιτήματά τους ήταν η πληρωμή των ημερομισθίων σε διατιμημένο νόμισμα, η διατήρηση του ημερομισθίου προ διατίμησης (δηλαδή με προσθήκη 27%), η κατάργηση των κατ' αποκοπή συμφωνιών (κουτουράδες), η διανομή των εργασιών, η ελάττωση των ωρών εργασίας και η κατάργηση της απλήρωτης δίωρης εργασίας τις Κυριακές (αγγαρεία).
Ομάδα 1000 περίπου βυρσοδεψών οργανώνει διαμαρτυρία στους δρόμους της Ερμούπολης, ενώ ορισμένοι απεργοσπάστες κατευθύνονται προς το βυρσοδεψείο του Σαλούστρου για να δουλέψουν. Το πλήθος επιβάλει τη διακοπή της εργασίας και επεμβαίνει η αστυνομία. Με ενισχύσεις σκαπανέων από την Αθήνα, αποκαθίσταται η τάξη και ξεκινούν οι συλλήψεις των πρωταιτίων. Ωστόσο η απεργία δεν σταματά και την επόμενη εβδομάδα τα αιτήματα των εργατών ικανοποιούνται."
Από τότε κατά τη διάρκεια των αιώνων,χιλιάδες απεργίες,από τη μια άκρη της γης μέχρι την άλλη,οι απεργία αποτελεί το μέσο έκφρασης του δικαιώματος στη συνδικαλιστική ελευθερία.
"Ο Λούης Τίκας (Luis Tikas ή Ηλίας Σπαντιδάκης) (1886-1914) ήταν Έλληνας συνδικαλιστής από την Κρήτη, που δολοφονήθηκε το 1914 στο Κολοράντο των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια μιας μεγαλειώδους εργατικής απεργίας στα ορυχεία. Η μνήμη του είναι ακόμα ζωντανή στα αμερικανικά συνδικάτα."
Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60."
Ο Σταύρος Κουτόβας - Steve Katovis (1890 - 24 Ιανουαρίου 1930) ήταν Έλληνας συνδικαλιστής που έζησε στις αρχές του 20ου αιώνα και υπήρξε ηγετική μορφή του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ.
Στις 10 Ιανουαρίου 1930 το Εργατικό Κέντρο Ν. Υόρκης διοργανώνει μεγάλη συγκέντρωση συμπαράστασης των απεργών με κύριο ομιλητή τον Στιβ Κατόβις. Παρά την απαγόρευση της αστυνομίας συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου. Ο αστυνομικός Χάρι Κίριτζ ζητά από τον Στιβ να κατεβεί από την εξέδρα. Εκείνος αρνείται και ο αστυνόμος του επιτίθεται με κλομπ. Ακολουθεί συμπλοκή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο αστυνομικός πυροβολεί τον Στίβ. Στη συνέχεια μεταφέρεται τραυματισμένος στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται φρουρούμενος ως τις 24 Ιανουαρίου, οπότε αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 40 ετών.
Η δολοφονία του Κατόβις συγκλόνισε τους εργαζόμενους της πόλης. Στην πρόσοψη του Εργατικού Κέντρου αναρτήθηκε ένα τεράστιο πανό, το οποίο καλούσε τους εργάτες να εκδικηθούν τη δολοφονία του ενώ η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Την επόμενη μέρα μια τεράστια διαδήλωση διαμαρτυρίας οργανώθηκε έξω από το δημαρχείο της Ν. Υόρκης. Στην κηδεία του Κόκκινου Στιβ υπήρξε εντυπωσιακή συνάθροιση λαού, που ξεπερνούσε τα 20.000 άτομα, σύμφωνα με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς.
Δυο από τα εκατοντάδες παραδείγματα ελλήνων εργατών που ακόμα και σαν μετανάστες δεν δίστασαν να μπουν μπροστά και να γίνουν παράδειγμα "ταξισυνειδησίας".Γιατί περί αυτού πρόκειται:να κατανοείς την ταξική σου θέση και να διεκδικείς να αναστρέψεις τους συσχετισμούς προς το μέρος της τάξης σου.


Βέβαια,από τότε έχουν χάσει οι έννοιες τόσο της απεργίας,όσο και του συνδικαλισμού την ουσία τους κι έχουν ......λοξοδρομήσει.Δεν έπαψαν όμως ποτέ να αποτελούν το μέσο πίεσης των εργαζομένων,κατά των εργοδοτών ή κατά του κράτους ,όταν είναι εργοδότης.
Άλλοτε πάλι οι απεργίες έχουν πολιτικό στόχο για να αναγκάσουν την κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική ή να την ανατρέψουν.
Πολλές είναι οι απεργίες που καταγράφει ο κλάδος των εκπαιδευτικών.Μάλιστα πολλές από αυτές πολύ μεγάλης χρονική διάρκειας.Σε μια από αυτές το 1990 στην κατάληψη σχολείου της Πάτρας δολοφονείται ο καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας.
Μια ιστορική αναδρομή των απεργιακών μας αγώνων μπορείτε να δείτε εδώ.
https://ekpaideysi.espivblogs.net/?p=1679

Τα τελευταία χρόνια,μετά από την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος,η αμφισβήτηση της απεργίας έρχεται πολλές φορές από τους ίδιους τους εργαζόμενους,που ξαφνικά ένοιωσαν ότι οι αγώνες είναι "εν γένει εκτός του κλίματος"Κουβέντες καθημερινές λίγο πριν από κάθε απεργία,για να πουν πως σε αυτή την απεργία αυτοί θα είναι ΑΠΕΡΓΟΣΠΑΣΤΕΣ,ανερυθρίαστα!!Ακόμα κι αυτή η λέξη μετονομάστηκε σε "δικαίωμα στην εργασία"
Οι Χαλυβουργοί εργάτες του Ασπροπύργου βρίσκονταν εννέα μήνες σε απεργία για να αποτρέψουν τις απολύσεις των συναδέλφων τους και καθημερινά άκουγαν την αστική προπαγάνδα περί δικαιώματος στην εργασία των απεργοσπαστών.Επιπλέον κατηγορούνταν ότι είναι υπαίτιοι του κλεισίματος του εργοστασίου.Η κρατική καταστολή παίζει σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της απεργίας.
Σήμερα,η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε ένα έδαφος πλήρους αποσυγκρότησης του λαικού κινήματος έρχεται να καταργήσει το δικαίωμά μας στην απεργία,βάζοντας τον πήχη σε ένα άπιαστο ποσοστό 50+1 που καθιστά αδύνατη την απεργία.Ακόμα και το δικαίωμα σε στάση εργασίας ,παύει να υφίσταται.
Αν η απεργία δεν είναι τρόπος να παλεύεις για τα δικαιώματά σου,γιατί τόση πρεμούρα να την κάνουν αδύνατη;Γιατί τόση πίεση από ντόπια και ξένα κεφάλαια να αφοπλίσουν το λαό από το όπλο του;;
Συνάδελφοι,είμαστε εμείς αύριο και σε όλους τους αγώνες που θα ακολουθήσουν να δώσουμε τη δυναμική μας απάντηση.Είμαστε εμείς που θα δώσουμε έναυσμα για νέους αγώνες και νίκες στον κλάδο και στους αγώνες του λαού.


   ΔΕΥΤΕΡΑ 15-1-2018 ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ .
ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ!!
Στέλνουμε ηχηρή απάντηση σε όσους θέλουν να μας οδηγήσουν στη σύγχρονη βαρβαρότητα
Οι  Αγωνιστικές Κινήσεις Εκπαιδευτικών απευθύνουν κάλεσμα αγωνιστικής συμπόρευσης προς όλους τους συναδέλφους. ΟΛΟΙ μαζί να απεργήσουμε, να συμμετέχουμε στην απεργιακή συγκέντρωση, να διαδηλώσουμε τα αιτήματα μας και την αντίθεση μας στα νέα βάρβαρα μέτρα. Να πάρουμε την υπόθεσή μας στα χέρια μας. Να σπάσουμε το κλίμα αδράνειας και υποταγής. Να οργανώσουμε την αντίστασή μας με τα σωματεία όργανα αγώνα, αντίστασης και διεκδίκησης.
ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ :

  • ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ
  • ΤΗ ΝΕΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ,
  • ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΝΕΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΦΡΑΓΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ
  • ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΩΡΕΑΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ!
ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ!


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Οι μεγάλες απεργίες στα χρόνια 1908 – 1918: Οι πρώιμοι αγώνες του εργατικού μας κινήματος

https://erodotos.wordpress.com/2011/04/03/kordatos-ergatiko-kinhma/

Οι μεγάλες απεργίες στα χρόνια 1908 – 1918: Οι πρώιμοι αγώνες του εργατικού μας κινήματος

Tου Γιάννη Κορδάτου, από το έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ», Β’ έκδοση, εκδόσεις «Πέτρος Δ. Καραβάκος», Αθήνα 1956, σελ. 184-205
Μέσα στα δέκα χρόνια από το 1908 έως το 1918 ξέσπασαν σχεδόν σ’ όλες τις πόλεις της χώρας μεγάλες εργατικές απεργίες.
Αν και η συνδικαλιστική οργάνωση ήταν ακόμα σε νηπιώδη κατάσταση, ωστόσο το προλεταριάτο μας, με το όπλο της απεργίας, αγωνίστηκε για να καλυτερέψει τους όρους της ζωής του.
Ας αρχίσουμε από τις απεργίες του Βόλου, που κάνανε τότε μεγάλη εντύπωση.
Οπως είπαμε, στο Βόλο πρώτοι οργανώθηκαν σε σωματεία, εξόν από τους τυπογράφους, οι καπνεργάτες και οι τσιγαράδες.
Οι καπνεργάτες μάλιστα, παρ’ όλη τη βαριά δουλειά τους, δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί μέσα σε μπουντρούμια, έτσι που οι περισσότεροι καταντούσαν φθισικοί1.
Γι’ αυτό οι καπνεργάτες, από τις αρχές του 1909, άρχισαν να εκδηλώνουν την αγανάχτησή τους και να μιλούν για απεργία, μια που βλέπανε πως οι εργοδότες αδιαφορούσαν για την κατάστασή τους.
Υστερα από πολλά σούρτα φέρτα, μια που οι καπνέμποροι δεν ήθελαν ν’ ακούσουν ούτε για αύξηση των μεροκάματων, ούτε για ελάττωση των ωρών δουλειάς, στις 23 του Φλεβάρη (1909) οι καπνεργάτες του Βόλου κήρυξαν απεργία.
Ισαμε τις 27 του μηνός η απεργία είχε ειρηνικό χαραχτήρα. Οι απεργοί ελπίζανε πως οι καπνέμποροι θα δέχονταν τα αιτήματά τους. Ομως οι συνεννοήσεις ναυάγησαν, γιατί οι εργοδότες δε θέλανε να κάνουν και την πιο μικρή υποχώρηση. Στις 2 του Μάρτη η απεργία εξελίχτηκε σ’ επαναστατική διαμαρτυρία.
Ξυλοδέτες (μποσκαδόροι) σε στοά μεταλλείου στο Λαύριο (από λεύκωμα του Δήμου Λαυρεωτικής)
Για τα γεγονότα που επακολούθησαν και που προκάλεσαν ζωηρή εντύπωση σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, δίνουμε πιο κάτω μιαν αντικειμενική, όσο κι ενδιαφέρουσα εξιστόρησή τους από ‘ναν παλιό καπνεργάτη του Βόλου, που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα «Ταχυδρόμος» του Βόλου (22 του Γενάρη 1952):«Το πρωί της Δευτέρας, στις 2 του Μάρτη 1909, συγκεντρώνονται οι απεργοί καπνεργάται στο Εργατικό Κέντρο, όπου πληροφορούνται ότι ωρισμένοι καπνέμποροι αρνούνται να δεχθούν τα συμφωνηθέντα στην επί παρουσία του Νομάρχου σύσκεψι της προηγουμένης. Επί πλέον κυκλοφορεί η διάδοσις ότι οι καπνέμποροι ηύξησαν τα ημερομίσθια μερικών εργατών, οι οποίοι πήγαν από το πρωί στις αποθήκες.
Αγαναχτισμένοι οι απεργοί πηγαίνουν στην πλατεία Ελευθερίας, όπου η επιτροπή των καπνεργατών καταθέτει την εντολή.
Από την πλατεία Ελευθερίας οι καπνεργάται εξορμούν στις καπναποθήκες για να εξαναγκάσουν τους εργαζομένους σ’ αυτές να εγκαταλείψουν τη δουλειά. Πηγαίνουν πρώτα στην αποθήκη Ζαρκάδου, που εργάζονταν περί τους 10 εργάτας και αρκετά παιδιά. Οι απεργοί αφού έβγαλαν έξω τους εργαζομένους, επιτίθενται με πέτρες κατά της αποθήκης και σπάζουν τα τζάμια.
Με φωνές διευθύνονται ύστερα στην αποθήκη Πανά, όπου επίσης σπάζουν τα τζάμια, όπως κάνουν το ίδιο και στις καπναποθήκες Γκιζίκη, Χαμσαραχή, Σαπόρτα και Πανταζοπούλου.
Εν τω μεταξύ φθάνουν στην αποθήκη Πανταζοπούλου ο εισαγγελεύς Γεωργόπουλος και άλλες Αρχές, οι οποίες διώχνουν τους απεργούς. Αυτοί διευθύνονται ύστερα στα Παληά, όπου σπάζουν τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλα της αποθήκης Αδάμου.
Επιχειρούν έπειτα να επιστρέψουν στην πόλι. Αλλά, ενώ βρίσκονται στη Λαχαναγορά, καταφθάνουν οι χωροφύλακες και στρατιωτική δύναμις υπό τον υπολοχαγό Μακρόπουλο. Η σύρραξις επέρχεται. Οι αρχές συλλαμβάνουν μερικούς απεργούς και οι χωροφύλακες πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι πυροβολισμοί συνεχίζονται, γιατί οι απεργοί δεν υποχωρούν και προσπαθούν να αποσπάσουν τους συναδέλφους των που συνελήφθησαν. Οι ανώτεροι αστυνομικοί Διοσκουρίδης και Πλαπούτας, καθώς και ο εισαγγελεύς Γεωργόπουλος είναι παρόντες. Η ταραχή συνεχίζεται. Οι πυροβολισμοί εξακολουθούν. Μερικές σφαίρες πέφτουν στο δικηγορικό γραφείο Μακροπούλου, χωρίς να τραυματίσουν κανέναν απ’ όσους ήσαν μέσα. Αλλες σφαίρες όμως χτυπούν τους καπνεργάτας και τραυματίζουν τρεις απ’ αυτούς. Χύνεται το πρώτο εργατικό αίμα…
Οι απεργοί αρχίζουν να διαλύωνται, ενώ μερικοί απ’ αυτούς μεταφέρουν τους τραυματισθέντας στο φαρμακείο Καλτσωγιάννη, κοντά στο Δημοτικό θέατρο. Οι τραυματισθέντες καπνεργάται είναι οι : 1) Σεραφείμ Πιτσικάλης από τον Αγιο Ονούφριο. Φέρει τρία τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής. 2) Βασίλειος Δήμας από την Αλλη Μεριά, 20 ετών, ο οποίος φέρει τραύμα στον μηρό και 3) Σπυρίδων Ράμας από τη Λαμία, ετών 36, ο οποίος φέρει ελαφρό τραύμα στο βραχίονα. Οι δυο πρώτοι μεταφέρονται από το φαρμακείο Καλτσογιάννη στο νοσοκομείο όπου ο ιατρός Σαράτσης εγχειρίζει τον Δήμα, του οποίου η κατάστασις είναι σοβαρή.Αλλά οι καπνεργάται δεν αποθαρρύνονται. Μετά τις σκηνές των Παλαιών πηγαίνουν στην εκκλησία της Αναλήψεως, όπου, αγανακτισμένοι για τους τραυματισμούς, ορκίζονται μπροστά στις εικόνες ότι θα επιμείνουν μέχρι τέλους διεκδικούντες τα δίκαιά των και το αίμα των συντρόφων των.
Εν τω μεταξύ φθάνουν στην εκκλησία ο νομάρχης, ο διευθυντής της Αστυνομίας, ο εισαγγελεύς και ο ανακριτής, οι οποίοι δηλώνουν ότι οι συλληφθέντες, αφού τελειώσουν οι ανακρίσεις, θα απολυθούν. Εν συνεχεία φθάνει ο Δήμαρχος, ο οποίος ομιλεί προς τους εργάτας και προτείνει καταρτισμό επιτροπής για την επίλυσιν του όλου ζητήματος. Οι απεργοί διαλύονται για να επανέλθουν το απόγευμα.
Μεταλλωρύχοι στην είσοδο μεταλλευτικής στοάς στην Πλάκα Λαυρίου το 1898 (από λεύκωμα της ΓΣΕΕ)
Οι πρόεδροι των συντεχνιών της Φιλοπτώχου Αδελφότητος συνέρχονται εκτάκτως και αποφασίζουν να ενισχύσουν τους καπνεργάτας. Εκτάκτως επίσης συνέρχεται και η διοικητική επιτροπή του Εργατικού Κέντρου, η οποία συντάσσει και σχετικό ψήφισμα, υπογραφόμενο από τον προϊστάμενο της Επιτροπής Γ. Μούσιο και τον γραμματέα Κ. Χρυσικόπουλο.Με κωδωνοκρουσίες το απόγευμα καλούνται οι καπνεργάτες στη συγκέντρωσι της Αναλήψεως, όπου φθάνουν και οι συλληφθέντες απεργοί, οι οποίοι απεφυλακίσθησαν και γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό και κραυγές χαράς. Προς τους συγκεντρωθέντας ομιλεί, όπως και το πρωί, ο Γ. Αλεξανδράκης, ο οποίος παροτρύνει τους απεργούς να συνεχίσουν τον αγώνα των. Εν συνεχεία ομιλεί ο πρόεδρος της επιτροπής των καπνεργατών Ζησόπουλος και εκλέγεται δωδεκαμελής επιτροπή, η οποία αποσύρεται για λίγο και συσκέπτεται. Οταν παρουσιάζεται ξανά και γίνεται δεκτή με ζητωκραυγές, τίθεται επί κεφαλής των καπνεργατών, οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία και κατευθύνονται, πάλι με ζητωκραυγές, προς την οδό Δημητριάδος. Αφού παρήλασαν διά της οδού Δημητριάδος με τάξιν και ησυχία, αν και δεν εφαίνετο πουθενά ούτε σκιά χωροφύλακος, κατευθύνθηκαν στο κατάστημα του προέδρου της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κούτσικου, στην οδόν Ερμού. Ο πρόεδρος της Αδελφότητος δηλώνει ότι οι συντεχνίες θα ενισχύσουν τους καπνεργάτες, οι οποίοι ύστερα απ’ αυτή τη δήλωσι ζητωκραυγάζουν και διά των οδών Ιωλκού, Δημητριάδος και Ορμηνίου διευθύνονται στη Νομαρχία. Εκεί ο Νομάρχης δηλώνει ότι οι καπνέμποροι δέχονται τα αιτήματα των καπνεργατών και παρακαλεί τους απεργούς να διαλυθούν ήσυχα.
Οι εργάται δικαιώνονται. Οι αγώνες καρποφορούν.Μετά την δήλωσιν του νομάρχου, οι απεργοί κατευθύνονται στην πλατεία Ελευθερίας, όπου εκφωνείται νέος λόγος και ύστερα διαλύονται.
Την νύχτα φθάνουν από τα πέριξ πολλοί χωροφύλακες προς ενίσχυσιν της αστυνομίας.
Τα γεγονότα του Βόλου έγιναν γνωστά σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία και την υπόλοιπη χώρα, προεκάλεσαν δε ευρείαν συζήτησιν και στη Βουλή.
Από το πρωί της επομένης, 3ηςΜαρτίου, οι καπνεργάται άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Ελευθερίας, και από εκεί κατευθύνονται στην εκκλησία της Αναλήψεως, όπου αναμένουν τις ανακοινώσεις της επιτροπής των.
Η επιτροπή καλεί τους απεργούς εντός του ναού και εκεί γνωστοποιεί το έγγραφο του Εμπορικού Συλλόγου, στο οποίο αναγράφονται τα προτεινόμενα υπό των καπνεμπόρων. Επί των προτεινομένων όρων επέρχονται ωρισμένες τροποποιήσεις και συντάσσεται υπόμνημα προς τον Εμπορικό Σύλλογο. Οι καπνεργάτες διαλύονται ύστερα από αυτό για να επανέλθουν το απόγευμα.
Εν τω μεταξύ οι πρόεδροι των διαφόρων συντεχνιών και σωματείων του Βόλου συνέρχονται σε σύσκεψι, στην οποία παρίσταται και η επιτροπή των καπνεργατών. Επειδή δε μεταξύ των μελών της επιτροπής είναι και ο Αλεξανδράκης, ωρισμένοι πρόεδροι δυσφορούν και ζητούν να μείνουν στη σύσκεψι μόνον οι καπνεργάται. Αλλ’ αυτοί δηλώνουν ότι ο Αλεξανδράκης προΐσταται της επιτροπής και πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνη. Και έτσι έγινε. Στη σύσκεψι αυτή, καθώς και σε αλλεπάλληλες εν συνεχεία συσκέψεις καπνεργατών, Αρχών και άλλων αρμοδίων, το όλον ζήτημα βρήκε τη σωστή του λύσι και υπεγράφησαν συμφωνητικά, με τα οποία γίνονται γνωστοί οι όροι των καπνεργατών.
Κάρτα μέλους του Ατμομηχανοργικού Συνδέσμου «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ» το 1901 (από το ιστορικό λεύκωμα ΠΕΜΕΝ 1901-2001)
>Μετά τις συσκέψεις η επιτροπή των καπνεργατών κατευθύνεται στην Ανάληψι, όπου περιμένουν οι απεργοί, οι οποίοι μόλις πληροφορούνται τα αποτελέσματα, προχωρούν με ζητωκραυγές προς τον Αγιο Νικόλαο, όπου αρχίζουν τις κωδωνοκρουσίες – σημείον λήξεως της απεργίας. Προς τους συγκεντρωθέντας ομιλεί ο καπνέμπορος Γκιζίκης και εν συνεχεία οι καπνεργάτες παρελαύνουν διά των οδών Ερμού, Δημητριάδος και Ιωλκού και καταλήγουν στην πλατεία Ελευθερίας, όπου διαλύονται.Τετάρτη, 4 Μαρτίου 1909. Οι καπνεργάται επαναλαμβάνουν τις εργασίες των. Η απεργία, η ιστορική απεργία, έληξε. Με ευχάριστα για τους εργάτες αποτελέσματα. Ας είναι σοβαρή η κατάστασις του ατυχούς Β. Δήμα και ας χρειάστηκε σήμερα να του κοπή το πόδι. Χωρίς αγώνες, χωρίς αίμα, χωρίς θυσίες, τίποτε δεν επιτυγχάνεται.
Το βράδυ συλλαμβάνεται και κρατείται στην αστυνομία ο Γ. Αλεξανδράκης.
Την 25ηΜαρτίου τελειώνουν οι ανακρίσεις για τα καπνεργατικά και υποβάλλεται το πόρισμα υπό του δικαστού Νικητοπούλου στον εισαγγελέα, ο οποίος γνωματεύει, ότι οι προφυλακισθέντες πρέπει να παραπεμφθούν στο Πλημμελειοδικείο και να διαταχθή η απόλυσίς των από τις φυλακές.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών συνέρχεται την 26ησε σύσκεψι και παραδέχεται την πρότασι του εισαγγελέως. Ετσι, την Παρασκευή 27ηΜαρτίου του 1909, αποφυλακίζονται οι κρατούμενοι στο Βόλο δύο καπνεργάται, καθώς και ο προφυλακισμένος στα Τρίκαλα Γ. Αλεξανδράκης».
Πρακτικά της πρώτης συνεδρίασης του ΔΣ του Ατμομηχανοργικού Συνδέσμου «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ», 5 Μάρτη 1901 ( από το ιστορικό λεύκωμα ΠΕΜΕΝ 1901-2001)
Ομως μέσα σ’ ένα χρόνο οι καπνέμποροι σήκωσαν κεφάλι και θέλησαν να ξαναφέρουν το παλιό καθεστώς της δωδεκάωρης δουλειάς και του μεροκάματου της πείνας. Γι’ αυτό, στις 10 του Φλεβάρη 1910, οι Βολιώτες καπνεργάτες κατεβαίνουν σε νέα απεργία. Τούτη η απεργία τους βαστάει τρεις βδομάδες και τελειώνει κι αυτή μ’ επιτυχία.Στις αρχές του Μάρτη 1911 τρίτη καπνεργατική απεργία ξέσπασε. Οι καπνεργάτες ζητούν τώρα οχτάωρο, εργοστάσια και μαγαζιά υγιεινά, καθίσματα, νιφτήρες, φαρμακευτική και ιατρική περίθαλψη, κατάργηση της κράτησης 1% που γινόταν στα μεροκάματά τους, αναγνώριση δικών τους αντιπροσώπων στο Εποπτικό Συμβούλιο κλπ. Η απεργία αυτή βάσταξε κοντά ένα μήνα, λύθηκε όμως με υποχώρηση των καπνεργατών.
Αυτό είναι το ιστορικό των μεγάλων καπνεργατικών απεργιών του Βόλου την εποχή εκείνη. Καπνεργατική απεργία είχε ξεσπάσει και στην Καρδίτσα, που κι αυτή λύθηκε στις 9 του Μάρτη (1909) με επιτυχία. Πριν ιστορήσω τις απεργίες της Αθήνας και του Πειραιά, ας κάνω λόγο και για μίαν άλλη απεργία, που έγινε στην Πάτρα ένα χρόνο νωρίτερα.
Στις 13 του Ιούνη 1908 απεργήσανε εκεί οι εργάτες της «Ελληνικής Εργατικής Ενωσης». Η απεργία αυτή έκανε τους Πατρινούς εργοδότες να τα χρειαστούν. Στην αρχή τρομοκρατήθηκαν και βλέπανε παντού «αναρχικούς δάκτυλους».
«Η απεργία», χαρακτικό της Μ. Ξενάκη σε σχέδια Τάσσου. Εμπνεόμενος από την ιστορία του Βόλου, ο Τάσσος σχεδίασε τις οκτώ συνθέσεις που κοσμούν την κεντρική είσοδο του Δημαρχείου του Βόλου. Οι πρώτες πέντε συνθέσεις φιλοτεχνήθηκαν το 1985 από τον ίδιο το χαράκτη, ενώ οι υπόλοιπες από μαθητές του
Η παλιά αναρχική κίνηση, που τόσο πολύ είχε τρομοκρατήσει τους Πατρινούς πλουσίους, δεν είχε ολότελα ξεχαστεί, αν κι είχανε περάσει κάμποσα χρόνια. Γι’ αυτό ο εκεί εισαγγελέας, από την πίεση των πατρινών εργοδοτών, όχι μονάχα έβαλε την αστυνομία να τρομοκρατήσει τους απεργούς, μα και ο ίδιος τους καταδίωξε, εφαρμόζοντας το άρθρο 167 του Ποινικού Νόμου2.Ερχόμαστε τώρα στον Πειραιά. Το Μάρτη του 1910 ξέσπασε εκεί η μεγάλη απεργία των ναυτοθερμαστών.
Ισαμε την εποχή εκείνη, παρ’ όλη την ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, τίποτα δεν έγινε για την καλυτέρευση της ζωής των εργατών που δούλευαν στα εμπορικά καράβια. Ολο το προσωπικό ζούσε μία ζωή σκυλίσια. Μεγάλη καταπίεση, λίγη τροφή, πολλές ώρες δουλειάς. Οι ναυτοθερμαστές ήρθε η ώρα να σηκώσουν κεφάλι δε βαστούσαν πια. Στην αρχή με το καλό και παρακαλώντας ζήτησαν να τους δοθεί λίγο ψωμί παραπανίσιο από εκείνο που παίρνανε και να λιγοστέψουν οι ώρες της δουλειάς. Μα οι εφοπλιστές ούτε ν’ ακούσουν θέλανε τα παρακάλια των σκλάβων τους. Γι’ αυτό ετοιμάστηκαν να κηρύξουν απεργία ζητώντας τροφή καλή και κανονισμό δουλειάς (καθορισμό ωρών εργασίας). Τα αιτήματά τους αυτά γίνανε «κατ’ αρχήν» δεκτά από τους εφοπλιστές μ’ έναν όρο όμως: Να διαλύσουν το σωματείο τους. Οι ναυτεργάτες δεν το δέχτηκαν και η απεργία ξέσπασε.
Το Καταστατικού του Εργατικού Κέντρου Βόλου, 1909
Πρωθυπουργός την εποχή εκείνη ήταν ο Στέφανος Δραγούμης, ο ίδιος που στο Κιλελέρ της Λάρισας αιματοκύλισε τους αγρότες. Τόσο αυτός, όσο και οι άλλοι υπουργοί, θέλησαν να δείξουν πως στην Ελλάδα δε «χρειάζονται αναρχικά κινήματα και εργατικαί επιδείξεις». Αντίθετα, έπρεπε να «ενθαρρυνθή το νεαρόν ελληνικόν κεφάλαιον». Γι’ αυτό πήραν αμέσως τέτοια μέτρα που απέβλεπαν στο σπάσιμο της απεργίας. Μια όμως που δεν τα κατάφεραν να σπάσουν την απεργία, στείλανε στα δεμένα εμπορικά βαπόρια ναύτες από το Πολεμικό Ναυτικό. Οι απεργοί μπροστά στην κυβερνητική αυτή επέμβαση σκέφτηκαν ν’ ανέβουν «εν σώματι» στην Αθήνα και να διαμαρτυρηθούν στον Δραγούμη (τέλος Μάρτη). Μα ο Δραγούμης, αν και τους έδωσε υποσχέσεις, εξακολουθούσε να ενισχύει τους εφοπλιστές. Τότε αποφασίστηκε από τα εργατικά σωματεία της Αθήνας να γίνει κοινό συλλαλητήριο, για να ενισχυθεί η απεργία των ναυτοθερμαστών του Πειραιά.
Ετσι, στις 9 του Απρίλη (1910) ανέβηκαν στην Αθήνα κοντά δυο χιλιάδες απεργοί από τον Πειραιά. Η συγκέντρωση έγινε στο εργοστάσιο «Φιξ» (Λεωφόρος Συγγρού). Εκεί είχαν μαζευτεί και καμιά χιλιάδα Αθηναίοι εργάτες κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για τους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
Στη μεγάλη αυτή εργατική συγκέντρωση μίλησε πρώτος ο κοινωνιολόγος Παν. Αραβαντινός. Ο λόγος του ήταν μαχητικότατος. Μίλησε για την πάλη των τάξεων, για την εργατική γροθιά, για το εργατικό δίκαιο, για την εκμετάλλευση, για την ανάγκη του εργατικού συνασπισμού. Και μαζί με άλλα είπε και τα παρακάτω:
«Μηχανικοί και θερμασταί απεργοί!
…Εις τα συνασπισθέντα υπέρ υμών Εργατικά Σωματεία των Αθηνών πρέπει να αντικρύσετε αδελφούς συμπάσχοντας μαζί σας, συνεργάτας ζώντας υπό τους αυτούς δυσμενείς όρους, υπό τους οποίους ζήτε και Σεις, αδελφούς δακρύοντας διά τα κακουχίας και καταπιέσεις τας οποίας υποφέρετε, συμπολεμιστάς, τέλος, διά τον μέλλοντα αγώνα υπέρ της ανυψώσεως του Εργάτου, της βελτιώσεως των όρων υπό τους οποίους ζη, υπέρ αυτού τούτου του ατομισμού αυτού.
Το λογότυπο του Εργατικού Κέντρου Αθήνας
…Οι μηχανικοί και θερμασταί του Πειραιώς επί είκοσι και πέντε όλας ημέρας τυραννούνται μακράν της εργασίας των, διότι οι μεν πρώτοι εζήτησαν από τους εφοπλιστάς να απομακρυνθώσιν των πλοίων οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι, τους οποίους το Προξενείον Κωνσταντινουπόλεως επρομήθευσε εις αυτούς…»3.Υστερα κι από τους λόγους του Π. Αθηναίου και του Νίκου Μώρου εγκρίθηκε ψήφισμα με την εντολή να επιδοθεί στην κυβέρνηση.
Η επιτροπή που βγήκε για να πάει να επιδώσει το ψήφισμα αποτελούνταν από δυό θερμαστές, δυο μηχανικούς κι από το δικηγόρο Σπύρο Θεοδωρόπουλο.
Οταν πήγε όμως στο σπίτι του πρωθυπουργού, ο γέρο – Δραγούμης «επιφυλάχτηκε» ν’ απαντήσει.
«Αύριον, αύριον, θα μεριμνήσω… πηγαίνετε και θα μεριμνήσω…», απάντησε.
Η επιτροπή έφυγε και ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους έξω από το σπίτι του Δραγούμη απεργούς την απάντηση του πρωθυπουργού.
Οι απεργοί μανιάζουν, φωνάζουν, σφυρίζουν, διαμαρτύρονται, απειλούν. Η απάντηση αυτή τους εξαγρίωσε.
Ο διευθυντής της Αστυνομίας Δαμηλάτης στο αναμεταξύ έφερε στρατό και χωροφύλακες τάχα «προς τήρησιν της τάξεως», αλλά με σκοπό πραγματικό να διαλύσει με τη βία τους απεργούς.
Η εμφάνιση όμως των χωροφυλάκων ερεθίζει πιο πολύ τους εργάτες.
Ενας απεργός αρπάζει από τα χέρια ενός χωροφύλακα τον γκρα. Το ίδιο κάνουν κι άλλοι. Οι χωροφύλακες τα χρειάζονται. Ενας άλλος απεργός με μια πέτρα σπάζει ένα τζάμι σε κάποιο παράθυρο του σπιτιού του Δραγούμη. Ο γερο-πρωθυπουργός, βλέποντας το μανιασμένο πλήθος έτοιμο να τα κάνει γυαλιά καρφιά, κατεβαίνει από το σπίτι του και δηλώνει πως θα δεχτεί τα αιτήματα των απεργών και θα διατάξει αμέσως «να αποσυρθούν οι ναύται του πολεμικού ναυτικού από τα εμπορικά πλοία». Η εργατική γροθιά ανάγκασε τον πρωθυπουργό να υποχωρήσει.
«Σοσιαλιστική Δημοκρατία» 9 Σεπτέμβρη 1912
Οι απεργοί, ικανοποιημένοι από τη νίκη τους, όλοι μαζί, κατεβαίνουν την οδό Σταδίου και περνώντας από την οδό Αιόλου μαζεύονται μπροστά στο Εργατικό Κέντρο, όπου τους μίλησε ο Σπ. Θεοδωρόπουλος, τονίζοντάς τους και τούτα τα λόγια του Γάλλου Βαβιανί:«Παν ό,τι δίδεται εις τον εργάτην δεν είναι παροχή, είναι επιστροφή. Είναι μερική καταβολή απέναντι ολικού χρέους οφειλομένου εις αυτόν. Ο,τι και αν του κάμουν του εργάτη ουδέποτε θα μπορέσουν να τον εξοφλήσουν, έως ότου οργανωμένος και δυνατός θα πάρη πίσω το όλον που του ανήκει»4.
Λίγες μέρες πιο ύστερα, στις 10 του Μάη (1910), ξεσπάει στον Πειραιά άλλη μεγάλη απεργία, των τσιγαράδων. Η απεργία αυτή έγινε απ’ αφορμή που ο Βάρκας κατάργησε τα χειροποίητα τσιγάρα, με τις σιγαροποιητικές μηχανές που έφερε, κι έτσι μείνανε αρκετοί εργάτες στο δρόμο και με τον καιρό θα μένανε κι άλλοι, γιατί όλοι οι καπνοβιομήχανοι σκέφτονταν να φέρουν μηχανές. Στις 17 του Μάη, μια που ο Βάρκας δεν έπαιρνε από λόγια, οι απεργοί τσιγαράδες του Πειραιά κάνανε έφοδο και σπάσανε τις μηχανές του εργοστασίου.
Η Αστυνομία και η κυβέρνηση τα χρειάστηκαν και για δυο τρεις μέρες ο Πειραιάς κι η Αθήνα στρατοκρατήθηκαν από φόβο μην τυχόν οι απεργοί κάνουν κι άλλες ζημιές και ταραχές. Οπως σε παρόμοιες περιστάσεις αλλού, έτσι και σε μας οι τσιγαράδες τα βάλανε με τις μηχανές, θαρρώντας πως σπάζοντας τα μηχανήματα θα μπορούσανε να ξαναφέρουν το παλιό καθεστώς δουλειάς. Ακολουθώντας τη διδασκαλία του Γκραβ κι άλλων αναρχικών, πιστεύανε πως ο εχθρός τους δεν είναι η καπιταλιστική τάξη μα τα άψυχα μηχανήματα. Γι’ αυτό τα «απονενοημένα» κινήματά τους είχαν καθαρά αναρχική έμπνευση. Μα, οι τέτοιες αντιλήψεις ήταν καταδικασμένες να μη φέρουν κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο εργάτης ποτές δεν πρέπει να βλέπει τον εχθρό του ψωμιού του στη βιομηχανική τεχνική εξέλιξη. Εχθρός του είναι ο εκμεταλλευτής εργοδότης του, κι εχθρός της τάξης του ο καπιταλισμός.
Το Δεκέμβρη του 1911 ιδρύεται η Πανελλήνια Εργατική Ομοσπονδία, η πρώτη επίσημη πράξη της εργατικής τάξης της χώρας μας να πραγματοποιήσει την ενότητά της
Την ίδια χρονιά (Οχτώβρης 1910), απεργήσανε και οι σιδηροδρομικοί του Σ.Α.Π., καθώς κι οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου, που δείξανε άλλη μια φορά τη μαζική τους δύναμη.
Στις αρχές του 1911, Γενάρη μήνα, απεργούν οι τραμβαγέρηδες της Αθήνας. Η απεργία αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και γι’ αυτό θα κάνουμε ξεχωριστό λόγο για δαύτη και θα διηγηθούμε το ιστορικό της κάπως πιο πλατιά.
Αρχίζουμε από τις αιτίες που ανάγκασαν τους τραμβαγέρηδες ν’ απεργήσουν.
Η Ηλεκτρική Εταιρεία είχε πάρει την απόφαση να διαλύσει το σωματείο τους. Εβλεπε πως οι εργάτες της όλο και σήκωναν κεφάλι και γι’ αυτό θέλησε να τους κάνει έναν αιφνιδιασμό και να τους χτυπήσει εκεί που χρειαζόταν. Ετσι η Εταιρεία έριξε το σύνθημα: Να διαλυθεί ο σύνδεσμος των τροχιοδρομικών5.
Οι τραμβαγέρηδες απάντησαν με απεργία, που δείχνει ολοφάνερα πως οι εργάτες – αν και την εποχή εκείνη ο θεοδωροπουλικός ρεφορμισμός ήταν στις δόξες του – με το ταξικό τους ένστιχτο, γράφουν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ιστορίας του εργατικού μας κινήματος.
Η απεργία κηρύχτηκε στις 21 του Γενάρη. Η κίνηση αμέσως σταμάτησε ολότελα. Οι απεργοσπάστες είναι πολύ λίγοι. Οι δύο πρώτες μέρες πέρασαν ήσυχα. Την τρίτη όμως μέρα η Εταιρεία γυρεύει να βάλει σε κίνηση μερικά τραμ, χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες. Αυτό το είχαν αποβραδίς μάθει οι απεργοί και πρωί πρωί μπλοκάρουν το αμαξοστάσιο, φέρνουν μάλιστα μαζί τους και τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ετσι η απεργία παίρνει επαναστατικό χαραχτήρα. Το θέαμα της απεργιακής αυτής εξέγερσης δεν το ξανάδε η Αθήνα. Οι τραμβαγέρηδες, με την αποφασιστική τους στάση και τον ηρωισμό τους, δείξανε πως και στην Ελλάδα το εργατικό κίνημα έχει ζωντάνια. Η κυβέρνηση στέλνει στρατό και η συνοικία της Αγίας Τριάδας στρατοκρατείται. Η μάντρα της Λαχαναγοράς θαρρείς πως είναι στρατώνας. Οι απεργοί όμως δεν τρομοκρατούνται.
Το 1911 οι υπάλληλοι των ξενοδοχείων και ζαχαροπλαστείων ιδρύουν το συνδικάτο τους που λεγόταν «Άμυνα». Οι ίδιοι βγάλανε και μια εφημερίδα με τον τίτλο «Άμυνα», Όργανο του Εργατικού Συνδικάτου Άμυνα των υπαλλήλων ξενοδοχείων, εστιατορίων, καφενείων, οικιών κλπ. Το πρώτο φύλλο βγήκε στις 7 Μάρτη του 1912
Είναι πρωί ακόμα (24 του Γεννάρη) κι ακούονται φωνές και τραγούδια. Ερχεται μια ομάδα από τσιγαράδες κι αρβυλοεργάτες του Εργατικού Κέντρου. Μπροστά ανεμίζει το κόκκινο λάβαρο του Σοσιαλιστικού Ομίλου των τσιγαράδων, ενώ οι εργάτες σιγοτραγουδούν κάποιο σοσιαλιστικό μαρς.Οι απεργοί βάζουν αφτί ν’ ακούσουν το τραγούδι. Μερικοί, είναι αλήθεια, στραβομουτσουνιάζουν.
Ουφ! κι αυτοί οι σοσιαλιστάδες. Τι τα θέλουμ’ εμείς αυτά…
Οι πιο πολλοί, όμως, ενθουσιάζονται. Ο ερχομός των τσιγαράδων και των αρβυλοεργατών τούς δίνει κουράγιο. Είναι, μπορούμε να πούμε, ο αρραβώνας της εργατικής, της ταξικής αλληλεγγύης.
Οι ώρες περνούν με συζητήσεις, φωνές, γέλια και λογής λογής σχόλια γύρω στην απεργία.
Πλησιάζει δέκα και μισή, όταν φτάνουν ο εισαγγελέας Σπηλιάδης, ο ανακριτής Φωκάς, ο διευθυντής της Αστυνομίας κι ο νομάρχης Παπαμιχαλόπουλος.
Τα πνεύματα ήταν ερεθισμένα. Η κυβέρνηση φαινόταν σαστισμένη. Η Εστία απειλούσε. Πρέπει να πάρει τέλος, έγραφε, αυτή η απεργία. Ο ένας ύστερα από τον άλλο οι πλουτοκράτες Στρατούλης, Νεγρεπόντης, Οικονομίδης, Μπενάκης πηγαίνουν στον Βενιζέλο και διαμαρτύρονται: Ακούς εκεί απεργίες; Πρέπει να τσακιστούν όσο είναι καιρός. Καλομάθανε. Μα, δεν υποφέρονται!.. Ο ιδιοκτήτης της Πατρίδος Σίμος, σαν τη λυσσασμένη μαϊμού, βγάζει σάλιατα και φοβερίζει το Βενιζέλο «διά την χλιαράν στάσιν του απέναντι της απεργίας».
Να μην τα πολυλογάμε, το σύνθημα της κεφαλαιοκρατίας ήταν: Βαράτε!
Ο Βενιζέλος όμως, πιο πονηρός και πιο έμπειρος, τους καθησυχάζει. Δε βιάζεται. Στέλνει τον Θεοδωρόπουλο να δώσει στους απεργούς υποσχέσεις για να λύσουν την απεργία.
Η βενιζελική ταχτική πέτυχε. Οι απεργοί παρασύρθηκαν κι αναθέσανε στον Θεοδωρόπουλο να πάει στον Βενιζέλο να του ζητήσει να μεσολαβήσει η κυβέρνηση για να δεχτεί η Εταιρεία τα περισσότερα αιτήματά τους.
Ο Βενιζέλος αρχίζει να τρίβει τα χέρια από τη χαρά του.
Ετυχε να βρεθεί τότε στο υπουργείο των Εσωτερικών, μαζί με τον Ρέπουλη, και γυρίζοντας του λέει: «Τα βλέπεις; Η ταχτική μου έφερε αμέσως το αποτέλεσμα που περίμενα».
Και χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ύφος θυμωμένου και λέει στον Θεοδωρόπουλο να πει στην επιτροπή των απεργών πως η κυβέρνηση «θ’ αναλάβη να υποστηρίξη όλα τα αιτήματα των απεργών και θ’ ασκήση όλην την προς τούτο επιρροήν της διά να γίνουν δεκτά παρά της Εταιρείας, υπό έναν και απαράβατον όρον, να αναλάβουν πρώτον οι απεργοί εργασίαν».
Ο Θεοδωρόπουλος κατέβηκε ν’ ανακοινώσει στους απεργούς τις κυβερνητικές υποσχέσεις και με τρόπο άρχισε να κάνει προπαγάνδα για τη διάσπαση της απεργίας. Βρήκε όμως τους απεργούς ενωμένους6.
Σε λίγο ο ίδιος, μαζί με κοινωνιολόγους βουλευτές, πήγε να βρει τον Ρέπουλη για να σκεφτούν για νέα λύση, μια που οι απεργοί ήταν ερεθισμένοι.
Πριν ακόμα πάει η παραπάνω επιτροπή από τον Θεοδωρόπουλο και τους κοινωνιολόγους βουλευτές στο Βενιζέλο για να του ανακοινώσει πως αποφασίστηκε από δαύτους – όχι όμως κι από τη μάζα – να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση για το σταμάτημα της απεργίας, η Αστυνομία και η Εισαγγελία βγάλανε πολλά εντάλματα για συλλήψεις.
Είχε πια νυχτώσει και οι ώρες περνούσαν. Κοντεύανε μεσάνυχτα. Εξω χιόνιζε. Μα οι απεργοί ήταν στις θέσεις τους. Ο αστυνόμος Μαρούδας με μια κουστωδία από χωροφύλακες πάει να πιάσει την απεργιακή επιτροπή, μα τα βρίσκει σκούρα. Οι απεργοί αντιστέκονται. Πέφτουν πυροβολισμοί. Ενας από τους απεργούς φρουρούς, ο Σκούτελας, κρατάει καλά τη θέση του. Οι δυο άλλοι, ο Αναστασίου και ο Γεωργίου, ξεφεύγουν με τρόπο και πάνε και χτυπάνε την καμπάνα. Σωστός συναγερμός. Η οδός Πειραιώς γεμίζει από κόσμο, φωνές, ποδοβολητά αλόγων, βρισιές, κακό μεγάλο. Η μάχη αρχίζει.
Ζήτω η απεργία, ακούεται μια φωνή, και μεμιάς χίλια στόματα φωνάζουν: Ζήτω η απεργία! Την απάντηση στη ζητωκραυγή αυτή τη δίνει ένας αξιωματικός με τη διαταγή:
Πυρ!
Το Πεζικό αρχίζει τις τουφεκιές και το Ιππικό κάνει επέλαση. Μάχη σωστή. Στήνονται οδοφράγματα. Οι απεργοί, καταμεσής του δρόμου, ταμπουρώνονται με ό,τι βρούνε μπροστά τους. Στο αναμεταξύ έρχεται κι’ άλλος στρατός. Οι απεργοί είναι περικυκλωμένοι από παντού. Αν και τα χέρια τους είναι ξυλιασμένα από την παγωνιά της νύχτας, ωστόσο κρατούν καλά τα πιστόλια τους. Σημαδεύουν και ρίχνουν.
Δε δειλιάζουν. Σπάζουν κιόλας τη στρατιωτική ζώνη και τραβούν για τα γραφεία του σωματείου τους. Το Ιππικό κάνει νέα επέλαση. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Φτάνουν, τέλος, μπροστά στα γραφεία κι αντιστέκονται όσο μπορούν στην επίθεση της κρατικής βίας. Οι πόρτες του γραφείου του σωματείου τους σπάζουν. Ο στρατός είναι πολύς κι έχει πιάσει όλα τα πόστα. Δε λιγοψυχούν, μα και δε βαστούν άλλο. Η αντίστασή τους κλονίζεται. Ομως, δε χάνουν το ηθικό τους. Υποχωρούν, μα δεν παραδίνονται. Αρχίζει τότες το κυνηγητό και οι συλλήψεις7.
Ετσι η απεργία λύθηκε την άλλη μέρα, στις 26 του Γενάρη, και η Εταιρεία αναγκάστηκε να ξαναπάρει όλους τους απεργούς.
Ποιος νίκησε; Κανένας. Ούτε οι απεργοί, ούτε η Εταιρεία.
Ωστόσο κάποιο μεγάλο δίδαγμα για τους εργάτες βγήκε από την απεργία αυτή. Ηταν το βάφτισμά τους στους ταξικούς αγώνες.
Τον Αύγουστο του 1911 οι τραμβαγέρηδες άρχισαν να ετοιμάζονται για νέα απεργία, για να εξαναγκάσουν την Εταιρεία να πάψει τον αντεργάτη διευθυντή Μάτσα. Το ΣΚΑ όμως αντιτάχτηκε στην αντίληψη αυτή και τη χαρακτήρισε αντισοσιαλιστική!
Η Εταιρεία όμως αποθρασύνεται κι απαγορεύει τη λειτουργία του συνδέσμου των τραμβαγέρηδων. Ο σύνδεσμος φαινομενικά διαλύθηκε, μα μυστικά ξανασυστήθηκε. Η Εταιρεία σώνει και καλά δεν εννοεί να παραδεχτεί πως οι υπάλληλοί της είναι άνθρωποι, τους παίρνει για δούλους και σαν τέτοιους τους μεταχειρίζεται. Η υπομονή είχε πια ξεχειλίσει. Οι τραμβαγέρηδες δε βαστούσαν άλλο και στα 1913 ξεσπάει νέα απεργία. Μα, τη φορά αυτή, η Εταιρεία χρησιμοποιεί την προδοσία για να σπάσει την απεργία. Και τα καταφέρνει. Βρήκε κάμποσους εργάτες πρόθυμους να γίνουν όργανά της και προδότες για να πάρουν γαλόνια.
Στη σειρά των απεργιών αυτών8πρέπει ν’ αναφέρω και τη μεγάλη απεργία των εργατών φωταερίου στην Κέρκυρα (αρχές Ιούλη 1912). Η απεργία αυτή μισοπήρε επαναστατικό χαραχτήρα και γι’ αυτό άρχισαν και εκεί τις καταδιώξεις. Από την εφημερίδα Σοσιαλιστική Δημοκρατία (9 του Σεπτέμβρη 1912) μαθαίνουμε πως τον Τίτο Ρέγγη, υπεύθυνο συντάχτη της, τον κάλεσαν στην ανάκριση και του απαγγείλανε κατηγορία (παράβαση του άρθρου 204 του Κ.Π.Ν). Από ένα χρονογράφημά του στην ίδια εφημερίδα μεταφέρω τα παρακάτω, γιατί ‘ναι χαρακτηριστικά και διαφωτιστικά :
«Δεν ήξερα πως υπάρχει άρθρο στον Π.Ν. (το 204) που τιμωρεί εκείνον που με γραψίματά του κινεί το μίσος των πολιτών μεταξύ τους και ούτε πως υπάρχει το άρθρο 167 του Π.Ν. που τιμωρεί την απεργία. Εμείς οι εργάτες, βλέπετε, έχουν απέραντες νομικές γνώσες! Ενόμιζα σαν κουτός εργάτης (!) πως όπως ο πλουτοκράτης έχει δικαίωμα να κλείση το εργοστάσιό του όποτε του καπνίση και να στέλνη τους εργάτες του να φάνε αέρα, έτσι και ο εργάτης, έλεγα, πως μπορεί, όταν θέλη, να πη δε δουλεύω. Κι έλεγα πως όπως όλη μέρα οι πλουτοκράτες μας πολεμάνε και συνεννοούνται μεταξύ τους για να μας εξολοθρεύσουν, έτσι και οι εργάτες μπορούν να ενώνονται και να εκφράζουν λόγια που κινούν το μίσος των συναδέλφων τους εργατών προς το πλουτοκρατικό καθεστώς.
Αυτά ενόμιζα, όταν προχτές που εκράχτηκα στην ανάκριση (σ’ άλλη μεριά της εφημερίδας γράφω) έμαθα πως αυτή η ισότης που εγώ ενόμιζα πως υπάρχει μεταξύ των Ρωμιών είναι φανταστική και πως η ισότης είναι ένα πράγμα πολύ ελαστικό, που γίνεται όπως θέλουν οι πλουτοκράτες που διοικούν».
Παρακάτω ο Ρέγγης μας δίνει πληροφορίες σχετικές με την κατηγορία που διατυπώθηκε σε βάρος του και δημοσιεύει την αντρίκια απάντηση που έδωκε στον ανακριτή.
Το Μάρτη του 1914 ξεσπάει μια μεγάλη καπνεργατική απεργία στην Καβάλα. Τη διευθύνει ο πρόεδρος του καπνεργατικού σωματείου Γιονάς. Σε λίγο ξαπλώνεται και στη Θεσσαλονίκη και στην υπόλοιπη Μακεδονία. Ετσι η απεργία αυτή γίνεται παγκαπνεργατική. Βαστάει οχτώ μέρες. Οι απεργοί χτυπιούνται με τους έφιππους χωροφύλακες μέσα στους δρόμους κι απέξω από τις καπναποθήκες. Τα όργανα της εξουσίας τρίβουν τα μάτια τους από τη συνοχή και τη μαχητικότητα των απεργών. Και οι καπνέμποροι, θέλοντας και μη, υποχωρούν και δέχονται όλα τα αιτήματα των καπνεργατών. Η καπνεργατική μάζα γράφει ηρωικές σελίδες στην ιστορία του εργατικού μας κινήματος. Η επιτυχία της παραπάνω απεργίας είχε σαν αποτέλεσμα να ενωθούν τα δυο καπνεργατικά σωματεία που υπήρχαν τότε στη Θεσσαλονίκη και να δημιουργήσει στέρεους δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στους καπνεργάτες9.
Τα Σοσιαλιστικά Κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά διαμαρτυρήθηκαν για τα τρομοκρατικά μέτρα που εφαρμόστηκαν ενάντια στους απεργούς καπνεργάτες. Στις εφημερίδες «Νέα Ελλάς» και «Πατρίς» (31 του Μάρτη 1914) διαβάζουμε:
«Κατόπιν των χθεσινών αγριοτήτων της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης εναντίον των απεργών καπνεργατών, τα Σοσιαλιστικά Κέντρα Αθηνών – Πειραιώς, συνελθόντα, έλαβον τας εξής αποφάσεις: 1) Αποδοκιμάζουν την συκοφαντίαν, ότι οι απεργήσαντες υποκινούνται από πολιτικούς πράκτορας της Βουλγαρίας. 2) Εφιστούν την προσοχήν της Κυβερνήσεως εις το ότι οι εργοδόται και οι αστυνόμοι συκοφαντούν από σκοπού για να κτυπήσουν τον αγώνα της εργατικής τάξεως Θεσσαλονίκης, η οποία κατά το πλείστον είναι ισραηλιτική. 3) Δηλούν ότι οι απεργήσαντες ανήκουν εις τον «Σοσιαλιστικόν Σύλλογον», ο οποίος εργάζεται επί των ιδίων καθαρών σοσιαλιστικών βάσεων, καθώς και τα Σοσιαλιστικά Κέντρα Αθηνών – Πειραιώς. 4) Ψηφίζουν χρηματικά βοηθήματα διά τους απεργούς και αποστολήν 200 βιβλίων – μανιφέστων Μαρξ και Εγκελς. 5) Στέλνουν ψήφισμα διαμαρτυρίας στο Διεθνές Σοσιαλιστικόν Γραφείον και τας σοσιαλιστικάς εφημερίδας της Ευρώπης διά την αντεργατικήν διαγωγήν των Ελλήνων αστυνόμων. Αι Διοικητικαί Επιτροπαί».
Τον Ιούνη της ίδιας χρονιάς (1914) απεργούν οι σιδηροδρομικοί. Αιτία της απεργίας είναι η άρνηση των εταιρειών να εφαρμόσουν το νόμο 4028 «περί κανονισμού της υπηρεσίας των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών υπαλλήλων». Η απεργία αυτή ανάγκασε την κυβέρνηση Βενιζέλου να δώσει καινούργιες υποσχέσεις για το «φιλεργατισμό» της. Υστερα όμως από λίγους μήνες, στο τέλος του Σεπτέμβρη, πέρασε από τη Βουλή ένα νόμο, που έδινε το δικαίωμα στην κυβέρνηση να επιστρατεύει τους σιδηροδρομικούς όταν απεργούν. Τέτοιου είδους «φιλεργατισμό» άρχισε να εφαρμόζει ο Βενιζέλος όταν είδε πως οι εργάτες αποχτούσαν ολοένα και περισσότερο ταξική συνείδηση…
Αλλες μεγάλες απεργίες που να ‘χουν σημασία, είναι εκείνη των γαιανθρακεργατών του Πειραιά (1913), η γενική απεργία των τυπογράφων (20 του Γενάρη 1914), που προκάλεσε τόσο θόρυβο, η απεργία των εργατών φωταερίου (10 του Απρίλη 1914), η μεγάλη απεργία των ηλεκτροτεχνιτών10 (13-14 του Μάρτη 1917), η απεργία των σιδηροδρομικών Λαρισαϊκού (14 του Οχτώβρη 1916), των ναυτεργατών (20 του Οχτώβρη 1916), η απεργία των τσιγαράδων της Θεσσαλονίκης (1916), η απεργία των ραφτεργατών της Αθήνας (1 του Νοέμβρη 1916) κι άλλες που γίνανε στο Βόλο, στη Σύρα, στην Πάτρα κ.α.
Την απεργία των τυπογράφων (1914), που αναφέραμε παραπάνω, το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας (ΣΚΑ) προσπάθησε να την ποδηγετήσει με την παρακάτω προκήρυξη και μ’ άλλες του ενέργειες. Δεν τα κατάφερε όμως. Εξάλλου η προκήρυξη που έβγαλε, σ’ ένα-δυό σημεία της, αντίς να προπαγανδίζει τον ενθουσιασμό και τη βεβαιότητα στη νίκη, προεξοφλούσε την αποτυχία. Επειτα, καλούσε τους απεργούς να πάνε στα γραφεία του Κέντρου… για να διαβάσουν βιβλία και να μάθουν πώς γίνονται και πώς οργανώνονται οι απεργίες! Δηλαδή το ΣΚΑ δεν έκανε καμιά πραχτική δράση ανάμεσα στους απεργούς για την επιτυχία της απεργίας, αλλά περιοριζόταν σε συμβουλές. Αντίς να προσκαλεί και να περιμένει να πάνε οι εργάτες στα γραφεία του, έπρεπε τα σοσιαλιστικά του στελέχη να πάνε αυτά στους απεργούς για να τους καθοδηγήσουν.
Δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρη την προκήρυξη του ΣΚΑ προς τους απεργούς, γιατί ‘ναι χαραχτηριστική της νοοτροπίας των σοσιαλιστών του Κέντρου:
«Συνάδελφοι Τυπογράφοι! Είσθε οι ήρωες μεταξύ των εργατών της Ελλάδος. Το ξαφνικόν κίνημά σας, η γενική απεργία σας είναι μέγα κατόρθωμα συνασπισμού και θελήσεως. Με το κίνημά σας γίνεσθε από σήμερα για μας όλους τους Ελληνας εργάτες οδηγοί και παράδειγμα. Ο νους μας, η ψυχή μας είναι στην απεργία σας, σε κάθε δύσκολη στιγμή της θα ευρεθώμεν αυθόρμητα στο πλευρό σας.
Επιμείνατε στα αιτήματά σας ως το τέλος. Εσείς που αισθανθήκατε ότι μόνον διά του εξαναγκασμού, μόνον διά της βίας γίνεται ο εργάτης σεβαστός από τον εργοδότη. Εσείς που εννοήσατε πως αι «κοινωνικαί πρόνοιαι» αι «εργατικαί νομοθεσίαι» και φιλανθρωπίαι δεν είναι παρά τεχνάσματα εναντίον μας των εχθρών μας και των κυβερνητικών οργάνων των.
Εσείς που βλέπετε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξη αρμονία μεταξύ κεφαλαιούχων και εργατών, αφού τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Εσείς λοιπόν που δεν πρέπει να υποχωρήσετε εις τους μεσίτας των συμβιβασμών, τους απεσταλμένους των εκμεταλλευτών μας, είτε υπουργοί είναι, είτε δικηγορίσκοι δημοκόποι. Θυσίαι θα χρειαθούν και εδώ, όπως χρειάζονται για κάθε απεργία. Επιμείνατε και θα νικήσετε. Κι αν ακόμη η απεργία σας ναυαγήση, επειδή της λείπει ίσως η προετοιμασία, που προέρχεται από την μόρφωσιν, δεν πρέπει να απελπισθήτε, αλλά να καταλάβετε πως επιτυχαίνουν μόνον απεργίες καμωμένες από εργάτας σοσιαλιστάς.
Μη νομίσετε πως δεν πρέπει να σχετισθή ο σοσιαλισμός με την απεργία σας. Κάθε εργάτης απεργός κατ’ ανάγκην είναι και σοσιαλιστής. Γι’ αυτό τις μέρες της απεργίας σας μην τις περάσετε στο καφενείον, αφιερώσατέ τας στην μόρφωσίν σας. Ιδού. Τα γραφεία του Σοσιαλιστικού Κέντρου είναι ορθάνοιχτα για όλους τους απεργούς. Ελάτε εκεί να διαβάσουμε τα βιβλία, που υπερασπίζουν τα συμφέροντά μας, ελάτε να συζητήσουμε τους τρόπους, με τους οποίους οργανώνονται και δρουν επιτυχώς οι συνάδελφοί μας της Ευρώπης. Το εργατικό μας κίνημα είναι ένα σ’ όλον τον κόσμο.
Οι εργάται όλης της γης έχουν συμφέρον να ενώνωνται εναντίον των εκμεταλλευτών τους.
Ζήτω η ένωσις των εργατών. Ζήτω η απεργία».
Μια άλλη απεργία, για την οποία αξίζει να κάνουμε λόγο, – αν και ανήκει στη σειρά εκείνων που τις χαραχτηρίζει ολότελα το αυθόρμητο ξέσπασμα και όχι η συνειδητή ταξική αντίληψη -, είναι η απεργία των μεταλλωρύχων στη Σέριφο, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1916 και που μοιάζει με τις απεργίες του Λαυρίου την περίοδο 1885 – 1906.
Το ιστορικό της απεργίας αυτής είναι τούτο:
Οι εργάτες των μεταλλείων Μεγάλου Λιβαδιού στη Σέριφο11ίσαμε τα 1916 ήταν ολότελα ανοργάνωτοι. Κατά τα μέσα του Ιούνη της ίδιας χρονιάς οι ίδιοι εργάτες σκέφτηκαν πως έπρεπε να οργανωθούν και να ιδρύσουν επαγγελματικό σωματείο. Κάλεσαν λοιπόν από την Αθήνα τον εργάτη Κ. Σπέρα και του ανάθεσαν να τους βοηθήσει, για να φκιάσουν το σωματείο τους. Αμα γίνανε τα προκαταρχτικά, η οργανωτική επιτροπή κάλεσε τους εργάτες σε γενική συνέλευση στην αίθουσα του Δημαρχείου για να εγκρίνει το καταστατικό που είχε συντάξει.
Η ίδια γενική συνέλευση ανάθεσε στην προσωρινή επιτροπή να ζητήσει από την Εταιρεία να δεχτεί ορισμένα αιτήματα.
Η Εταιρεία όμως, αντίς ν’ απαντήσει στο έγγραφο υπόμνημα, σταμάτησε τις δουλειές, με σκοπό να εξαναγκάσει τους εργάτες να υποκύψουν μπροστά στο φάσμα της πείνας.
Στο αναμεταξύ οι εργάτες βγάλανε μια επιτροπή από τρία μέλη και της δώσανε εντολή να πάει στην Αθήνα και να καταγγείλει στην κυβέρνηση πως η Εταιρεία δεν εφαρμόζει τους εργατικούς νόμους (μέσα του Αυγούστου 1916).
Υστερα από λίγες μέρες, στις 21 του μηνός, στάλθηκε στρατός στη Σέριφο «προς τήρησιν της τάξεως».
Την άλλη μέρα έφτασε στη Σέριφο κι ο υπομοίραρχος Χρυσάνθου με τριάντα άντρες.
Ο Χρυσάνθου κάλεσε την επιτροπή των απεργών στην αστυνομία κι άρχισε τις βρισιές και τις απειλές. Αφού τους έψαλε τον αναβαλλόμενο, σκέφτηκε να κλείσει την επιτροπή στο μπουντρούμι και να πάει ο ίδιος στους απεργούς για να τους τρομοκρατήσει.
Οι απεργοί όμως του δείξανε πως δε φοβούνται. Αν και δεν είχαν ηγεσία, αν και δεν ξέρανε από αγώνες, διαμαρτυρήθηκαν αντρίκια στα «μέτρα» που άρχισε να εφαρμόζει ο Χρυσάνθου.
Η προκλητική στάση του υπομοίραρχου αγρίεψε τους απεργούς. Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Από λόγο σε λόγο άρχισε σωστή μάχη ανάμεσα στους απεργούς και στους χωροφύλακες, μάχη φονική. Τριάντα τέσσερες απεργοί πληγώθηκαν και τέσσερες μείνανε στον τόπο. Από τους αστυνομικούς σκοτώθηκαν τρεις κι απ’ αυτούς οι δυο ήταν βαθμοφόροι. Λαβώθηκαν όμως καμιά εικοσαριά12.
Εδώ κλείνουμε το κεφάλαιο των απεργιών στα χρόνια 1908 – 1918.
Φυσικά γίνανε κι άλλες απεργίες, μα γράψαμε για κείνες μονάχα που έχουν ένα ιστορικό και διδαχτικό ενδιαφέρον.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Τα μεροκάματα των καπνεργατών στην περίοδο 1908 – 1909 ήταν τιποτένια: Οι επιστάτες παίρνανε 6 δραχμές. Οι δέτες 3,50 – 4 δρχ. Οι καθαριστές 2 – 3,50 δρχ., ανάλογα με την ικανότητά τους. Οι μπασκετζήδες 0,80 – 1,50 δρχ. Και δούλεβαν παραπάνω από 12 ώρες την ημέρα. Το ΕΚΒ στις αρχές του Φλεβάρη 1909 ζήτησε οι ώρες της δουλειάς να λιγοστέψουν. Η δουλειά ν’ αρχίζει από την ανατολή του ήλιου και να τελειώνει με τη δύση, με διάλειμμα το μεσημέρι κανονικό, δηλαδή από 15 Αυγούστου μέχρι 23 Απρίλη μιας ώρας και τους άλλους μήνες δυο ώρες. Ζήτησε ακόμα ανέβασμα των μεροκάματων. Για τους επιστάτες 6 -7 δρχ. Για τους δέτες και καταχτές 5 – 5,50 δρχ. Για τους καθαριστές 3 – 4 δρχ. και για τους μπασκετζήδες 2 – 2,50 δρχ. Διπλάσια μεροκάματα όμως για τα εργοστάσια Χαμσαραχή, Μουτουσιάν και Λιβανού. Οι καπνέμποροι με κανένα τρόπο δε δέχτηκαν τα παραπάνω αιτήματα των καπνεργατών. Προθυμοποιήθηκαν μόνο να τους πετάξουν κανένα κόκαλο.
2. Κοίτα περιοδ. «Κοινωνισμός» (τευχ. 2 Απρίλη 1910).
3. Κοίτα ολόκληρο το λόγο του Αραβαντινού στο περιοδικό «Κοινωνισμός» αριθ. 5, χρ. Α΄(1910).
4. Η εφ. «Πατρίς» του Σίμου την άλλη μέρα του εργατικού συλλαλητηρίου σε κύριο άρθρου στιγμάτιζε «την νέαν τροπήν που έπαιρνε το εργατικόν κίνημα» και κατηγορούσε τους ηγέτες του πως είναι «νέοι με νοσηράς φαντασίας και σκέψεις απαισιοδόξους». Ακόμα έγραφε πως πρέπει να γίνει «μια εργασία εθνική κατά πάσης προπαγάνδας, εχούσης ως σκοπόν την εισαγωγήν καινών δαιμονίων, τα οποία προώρισται να καταστρέψουν τους ιστούς του ελληνικού σώματος».
5. Το σωματείο των τραμβαγέρηδων (τροχιοδρομικών) ιδρύθηκε στα 1909. Στην αρχή μέλη του ήταν μονάχα οι εισπράχτορες, οι οδηγοί και οι επιθεωρητές, δηλαδή οι υπάλληλοι που είχαν ορισμένο μισθό το μήνα. Η πρώτη απεργία των τραμβαγέρηδων έγινε στις 6 του Ιούνη κι η δεύτερη στις 10 του Σεπτέμβρη του 1909. Η πρώτη τους απεργία έγινε, γιατί: α) Η Eταιρεία έκανε ένα σωρό αυθαιρεσίες, έπαυε, διόριζε, έδιωχνε, έκανε ό,τι ήθελε. β) Τα μεροκάματα ήταν ξεπεσμένα και οι ώρες δουλειάς πολλές (πριν μάλιστα να φκιάσουν το σωματείο δούλευαν δεκαπέντε ώρες το μερόνυχτο και παραπάνω). γ) Οι υπάλληλοι θεωρούντανε δούλοι. Μάλιστα φτάνανε στο σημείο μερικοί μεγάλοι της Εταιρείας να παίρνουν τους υπαλλήλους στο σπίτι τους και να τους βάζουνε σε διάφορες αγγαρείες (να κουβαλάνε νερό, πέτρες, τούβλα κλπ.). Με την απεργία αυτή ζητούσανε 10ωρο και κανονισμό του μισθολογίου: 95 δραχ. για τους αρχάριους και 105 ύστερα από εξάμηνο. Την απεργία αυτή την κέρδισαν και γλυκάθηκαν. Είδαν ή μάλλον άρχισαν να καταλαβαίνουν, – αν και οι περισσότεροι υπάλληλοι ήταν μωραΐτες και με παραδόσεις και προλήψεις αντιδραστικές και οπισθοδρομικές -, τι σημασία έχει η οργάνωση. Υστερα από τρεις μήνες (στις 10 του Σεπτέμβρη 1909), επειδή η Εταιρεία θέλησε ν’ αχρηστέψει τη συμφωνία που έγινε ύστερα από την πρώτη απεργία, ξέσπασε νέα απεργία. Η κυριότερη επιδίωξη στην απεργία αυτή ήταν να υποχρεωθεί η Εταιρεία να συστήσει ένα πειθαρχικό συμβούλιο, που να το απαρτίζουν εργάτες, κι αυτό ν’ αποφασίζει για τις τιμωρίες κλπ. του προσωπικού. Με την απεργία πέτυχαν όλα τα αιτήματά τους και μόνο το παραπάνω αίτημα δεν έγινε δεχτό. Για την πρώτη απεργία των τραμβαγέρηδων η σοσιαλιστική εφημερίδα «Μέλλον» (7 Ιούνη 1909) γράφει σε κύριο άρθρο: «Επρεπε να χυθεί το αίμα του ατυχούς Σοφιάνογλου, για να καταδειχθεί σ’ όλη την απαισιότητά της η μαύρη ψυχή της Εταιρείας των Τροχιοδρόμων… ελευθέρωσε από την δουλεία τα άλογα, δεν ήτο δυνατό να ελευθερώσει και τους ανθρώπους; Ο,τι της έλειπε εις κεφάλαιον έπρεπε να εξευρεθεί. Επρεπε το αίμα, τα νεύρα, η ψυχή των δυστυχισμένων υπαλλήλων να μεταβληθούν εις δύναμιν, να ρευστοποιηθούν εις χρήμα για να πάρουν το υψηλό τους μέρισμα οι μέτοχοι. Οι ώρες της εργασίας ανέβηκαν σε 16… εις τα δίκαια παράπονα των τραμβαγέρηδων η Εταιρεία απήντησε με ειρωνεία…».
6. Να πώς τα λέει σύντομα η εφ. «Ακρόπολις» (25 Γεν. 1911): «Ακολούθως ωμίλησαν οι βουλευταί κ.κ. Θεοδωρόπουλος, όστις είναι και νομικός σύμβουλος του Εργατικού Κέντρου, Α. Παπαναστασίου, Ηλιόπουλος, Πετιμεζάς, Αραβαντινός, οίτινες συνέστησαν, όπως διά την επίλυσιν της απεργίας εξευρεθή μία ειρηνική λύσις και μη δοθή είς τα πράγματα ωθήσις τοιαύτη, δυναμένη να έχη σοβαρά αποτελέσματα. Με την γνώμην των κ.κ. βουλευτών ετάχθησαν και οι περισσότεροι των Προέδρων των Σωματείων. Αλλ’ οι ρήτορες εργάται, οι οποίοι έλαβον τον λόγον κατόπιν, υπεστήριξαν ότι πρέπει να επιζητηθή η υποχώρησις της Εταιρείας, εις τα δίκαια αιτήματα των απεργών και μη δεχθούν οι τελευταίοι να αναλάβουν εργασίαν προτού ικανοποιηθούν τελείως».
7. Πιάστηκαν ίσαμε 250. Τους δένανε δυο δυο και τους ρίχνανε στα μπουντρούμια. Τους πιο πολλούς τους απολύσανε, αφού τους κρατήσανε δυο μέρες. Προφυλακίστηκαν μόνο έντεκα, σαν πρωταίτιοι, που μείνανε στη φυλακή κοντά ένα χρόνο.
8. Στην Αθήνα και στον Πειραιά, στο τέλος του Νοέμβρη κι αρχές του Δεκέμβρη του 1911, απεργήσανε και οι γυαλάδες.
9. Ο Μπεναρόγιας γράφει για την απεργία αυτή τα εξής: «Εις Καβάλαν αποφασίζεται διά τας αρχάς Μαρτίου του 1914 κοινός παγκαπνεργατικός αγών διά την βελτίωσιν και εξίσωσιν των συνθηκών εργασίας εις όλην την Μακεδονίαν. Η γενική απεργία κηρύσσεται εις Καβάλαν, Δράμαν και τέλος εις Θεσσαλονίκην. Οι καπνεργάται Θεσ/νίκης, όλοι, εμπνευσμένοι και ποτισμένοι από σοσιαλιστικάς αρχάς, αγωνίζονται με θαυμαστήν αντοχήν και συνοχήν. Οι καπνέμποροι επιστρατεύουν κιτρίνους. (Σ.Σ. Κίτρινοι λέγονταν τότες οι εργάτες που δεν είχαν ταξική συνείδηση και παίρνανε εχθρική στάση στους εργατικούς αγώνες), ιδίως Τουρκάλες και Ατσιγγάνους, περαστικούς μετανάστας, υπό την προστασίαν της Χωροφυλακής. Οι απεργοί κάμνουν επανειλημμένας επιθέσεις κατά των καπναποθηκών προς παρεμπόδισιν της εργασίας και κατά των υπό συνοδείαν μεταβαινόντων εις τα εργοστάσια κιτρίνων. Η έφιππος Χωροφυλακή επίσης χρησιμοποιείται. Επί 8 ημέρας η Θεσσαλονίκη γίνεται θέατρον συγκινητικών περιπετειών με συγκρούσεις, τραυματισμούς, συλλήψεις. Τέλος επεμβαίνει η Διοίκησις και εν γενικόν συμβόλαιον εργασίας υπογράφεται μεταξύ των διαμαχομένων και αυτής της Διοικήσεως με πλείστας παραχωρήσεις προς τους εργάτας. Ετσι η απεργία λήγει θριαμβευτικώς».
10. Την απεργία από τα παρασκήνια τη διεύθυνε ο Γιαννιός, γι’ αυτό και καταδιώχτηκε. Φυλακίστηκε μάλιστα σαράντα μέρες.
11. Ιδιοχτήτης των μεταλλείων ήταν ο γερμανός Γρόμαν, εργοδότης από τους πιο αυταρχικούς. Στη Σέριφο την εποχή εκείνη ο λόγος του ήταν νόμος.
12. Βγήκε κι ένα φυλλάδιο για το ιστορικό της απεργίας αυτής με τον τίτλο «Η απεργία της Σερίφου», ήτοι αφήγησις των αιματηρών σκηνών της 21 Αυγούστου εις τα μεταλλωρυχεία του Μεγάλου Λειβαδίου της Σερίφου, υπό Κ. Σπέρα, Αθήναι 1919.

Σύντομη ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας





Σύντομη ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Των Χρήστου Κάτσικα – Κώστα Θεριανού )
Μαρτίου 22, 2009  Ιστορία συνδ. κινήματος, Κ. Θεριανός, ΟΛΜΕ, Χρ. Κάτσικας
Η ΟΛΜΕ ιδρύθηκε το 1924 και η έκδοση του δελτίου της (Δελτίον της ΟΛΜΕ) άρχισε το 1926. Η ίδρυση της ήταν εν μέρει προϊόν των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στην Ελλάδα την ταραγμένη περίοδο μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το αρχικό οργανωτικό της σχήμα ήταν μια τριμελής διοικούσα επιτροπή.
Πριν από την ΟΛΜΕ, στο χώρο της εκπαίδευσης, είχαν ιδρυθεί και δραστηριοποιηθεί ο Εκπαιδευτικός Σύνδεσμος (1914) με ιδρυτή το Δημήτρη Γληνό, ο οποίος περιέπεσε σε αδράνεια όταν ο ιδρυτής του ανέλαβε τη γραμματεία του Υπουργείου Παιδείας.
Το 1936 το καθεστώς της 4ης Αυγούστου διέλυσε την ΟΛΜΕ, η οποία ανασυστάθηκε το 1949. Ένας από τους πρώτους της στόχους ήταν η βαθμολογική εξέλιξη του κλάδου και πέρα από το βαθμό του διευθυντή β. Η δράση πήρε τη μορφή ομαδικής υποβολής παραιτήσεων υπηρετούντων εκπαιδευτικών. Παραιτήθηκαν 3.260 εκπαιδευτικοί και τελικά το αίτημα δεν έγινε δεκτό εκτός από κάποιες βαθμολογικές βελτιώσεις και μια μικρή αύξηση του μηνιαίου επιδόματος της πρόσθετης εργασίας.
Το 1955, όπου κυριαρχεί το «πείνα, ξύλο και Ακρόπολη» (Β. Ρώτας, Καραγκιόζικα) επί κυβερνήσεως Παπάγου 4.200 εκπαιδευτικοί παραιτούνται και κηρύχθηκε 4ήμερη απεργία (2-5 Μαρτίου 1955) με αίτημα την καθιέρωση ιδιαίτερου μισθολογίου για τους εκπαιδευτικούς και αυξήσεις της τάξης του 10-20%.
Η ΟΛΜΕ παρακολουθεί από κοντά τις προτάσεις Επιτροπής Παιδείας της κυβέρνησης της ΕΡΕ (Κ. Καραμανλής). Αξιολογώντας τα πορίσματα της Επιτροπής Παιδείας τα κρίνει ως «υπερβολικά πτωχόν έργον». Σε ανακοίνωση της επισήμανε ότι παρά τις διαπιστώσεις, η επιτροπή παιδείας δεν μπαίνει στην ουσία του προβλήματος που ήταν η έλλειψη στοιχειωδών μέσων για τη διδασκαλία στα γυμνάσια και τα φοβερά κενά στο προσωπικό.
Το 1961 γίνεται 24ωρη προειδοποιητική απεργία (26-1-1961) και σε συνεργασία με τη ΔΟΕ εξαγγέλλεται απεργία διαρκείας. Η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή υποχωρεί στο αίτημα της αύξησης αποδοχών. Το 1963 γίνεται απεργία είκοσι ημερών (19/1/1963 – 7/2/1963) η οποία λήγει με την πολιτική επιστράτευση των εκπαιδευτικών. Πρωθυπουργός ήταν ο Κ. Καραμανλής.
Τα έτη 1963-65, η Ένωση Κέντρου ως κυβέρνηση ικανοποιεί οικονομικά αιτήματα της ΟΛΜΕ χορηγώντας οικονομικό επίδομα στους εκπαιδευτικούς. Από την πλευρά της η ΟΛΜΕ στήριξε τη μεταρρύθμιση του Γ. Παπανδρέου για δημόσια και δωρεάν παιδεία και δημοτική γλώσσα.
Στο πλαίσιο της πολιτικής αστάθειας των ετών 1965-66 προωθείται ενιαίο μισθολόγιο που υποβάθμιζε τον κλάδο. Η ΟΛΜΕ αποφασίζει απεργία διαρκείας (Φεβρουάριος 1966) που λήγει στις 8/2/66 με πολιτική επιστράτευση. Το ενιαίο μισθολόγιο ψηφίζεται.
Στα χρόνια της δικτατορίας η ΟΛΜΕ λειτουργεί με διορισμένη διοίκηση. Τον Ιούνιο του 1975 εκλέγεται νέο Δ.Σ. με κεντρικά αιτήματα την κάθαρση από τους υποστηρικτές της χούντας, την άρση των μισθολογικών αδικών και την ψήφιση νέου νόμου για την εκπαίδευση.
Το 1976 γίνεται η μεταρρύθμιση (ν. 309/76). Το 1977 η ΟΛΜΕ ξεκινά απεργία διαρκείας με οικονομικά αιτήματα. Η απεργία (2/3/77 – 1/4/77) λήγει με την κατάκτηση της αύξησης της υπερωριακής αποζημίωσης. Το 1979 ξεκινά νέα απεργία διαρκείας με οικονομικά αιτήματα η οποία λήγει σε έξι μέρες (10-16/3/79) καθώς χαρακτηρίζεται παράνομη και καταχρηστική με δικαστική απόφαση.
Στις 26-11-1980 η ΟΛΜΕ ξεκινά απεργία διαρκείας με τη μορφή επαναλαμβανόμενων εξαήμερων (άρχισε από 3/12/ μέχρι 23/12/80 και από 9/1/81 μέχρι 18/1/81), η οποία αναστέλλεται με την απόφαση 309/81 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως παράνομη και καταχρηστική. Υπουργός παιδείας ήταν ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, ο οποίος στις 12/1/81 έκανε και την προσφυγή κατά της απεργίας.
Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές στις 18/10/1981 και ικανοποιεί μισθολογικά αιτήματα του κλάδου. Τον Απρίλιο 1982 γίνεται νέο καταστατικό της ΟΛΜΕ ενώ την 1η Ιουλίου του 1982 δημοσιεύεται ο ν.1264/82 (ΦΕΚ 79, τ. Α΄) για τον εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος, τη δυνατότητα εκλογών με συνδυασμούς, συνδικαλιστικές άδειες και προστασία των συνδικαλιστών.
Το 1985 ψηφίζεται ο νόμος 1566/85.
Το Νοέμβριο του 1987 (υπουργός Αντώνης Τρίτσης) γίνονται προειδοποιητικές απεργίες (24ωρη στις 25-11-87, 48ωρη στις 8και 9 – 12-87, τρεις φορές τριήμερη από 5 μέχρι 17-12-1987, από 10 μέχρι 12-2-88 και από 16 μέχρι 18-3-88). Ο Α. Τρίτσης παραιτείται από τη θέση του υπουργού παιδείας και αναλαμβάνει ο Απόστολος Κακλαμάνης. Νέα απεργία των εκπαιδευτικών (απόφαση στις 7-5-1988) για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Η απεργία έληξε με δικαστική απόφαση στις 23-6-1988 με την οποία η απεργία χαρακτηρίστηκε παράνομη και καταχρηστική. Ο νέος υπουργός παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου θα προχωρήσει στην καθιέρωση των «τριμήνων» (υπερωριακό επίδομα εξωδιδακτικού έργου).
Τον Απρίλιο του 1990 η Νέα Δημοκρατία σχηματίζει κυβέρνηση (Κ. Μητσοτάκης) και Υπουργός Παιδείας αναλαμβάνει ο Β. Κοντογιαννόπουλος. Το Μάιο του 1990, ξεσπά μια από τις μεγαλύτερες αναταράξεις στο χώρο της Μέσης Εκπαίδευσης (απεργίες, συγκεντρώσεις διαδηλώσεις εκπαιδευτικών, απειλή καταλήψεων εξεταστικών κέντρων, αναβολή για ένα μήνα των Γενικών εξετάσεων) με φόντο «την εκφρασμένη διάθεση του κυβερνώντος κόμματος για επιβολή λιτότητας στη δημόσια εκπαίδευση και ιδεολογική χειραγώγηση εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων» (Ανακοίνωση ΟΛΜΕ 16/5/1990).
Η Γ.Σ. των Προέδρων ΕΛΜΕ (Οργανωτική ΙΙ 17-2-1990) εκτιμά ότι «η κατάσταση της Δημόσιας Μέσης Εκπαίδευσης και του Καθηγητή χειροτερεύει συνεχώς. Η Οικουμενική Κυβέρνηση δεν πήρε κανένα μέτρο για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσιμης κατάστασης». Οι διεκδικήσεις επικεντρώνουν στην αύξηση των μισθών, στη μειωση του ορίου συνταξιοδότησης και στην αύξηση των διορισμών. Οι καθηγητές διεκδικούν: αύξηση 18.000 δρχ. στους μισθούς, γνήσια ΑΤΑ, νομοθετικά κατοχυρωμένη, συντάξιμες αποδοχές στο 80% των εν ενεργεία αποδοχών, άμεση δημιουργία 4000 νέων οργανικών θέσεων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία, 6000 νέες αίθουσες, πρωινό και μειωμένο ωράριο.
Η αθέτηση της Κυβέρνησης «των δεσμεύσεων και αντιμετώπιση των αιτημάτων του κλάδου, οδήγησε στην ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ για απεργιακές κινητοποιήσεις μετά το Πάσχα μέχρι και την περίοδο των εξετάσεων, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα εκλεγόταν από τις εκλογές της 8ης Απριλίου» (Ομόφωνη Απόφαση του Δ.Σ της ΟΛΜΕ στις 29-3-90, Μηνιαίο Πληροφοριακό Δελτίο της ΟΛΜΕ, τευχ. 620/1991, σ.4).
Στις 22 και 23 Μαίου 1990 πραγματοποιείται διήμερη απεργία των καθηγητών και στις 6 Ιουνίου ακολουθεί νέα μονοήμερη απεργία. Από το δεύτερο 15νθήμερο του Μαΐου μέχρι και για δύο περίπου μήνες πραγματοποιούνται 10 συλλαλητήρια στην Αττική και αντίστοιχα σε όλες σχεδόν τις πρωτεύουσες νομών. Αποφασίζεται από το ΥΠΕΠΘ αναβολή των Γενικών Εξετάσεων και παράταση του διδακτικού έτους μέχρι 31 Ιουλίου 1990. Στις 16 Ιουλίου 1990 πρώτη μέρα των Γενικών Εξετάσεων «σε βαριά ατμόσφαιρα και με συλλαλητήρια των εκπαιδευτικών έξω από τα εξεταστικά κέντρα πραγματοποιούνται τελικά οι εξετάσεις» (Ανακοίνωση ΟΛΜΕ 16/7/1990).
Το Νοέμβριο του 1990 δημοσιεύονται στα ΦΕΚ 154Α, 155Α και 156 Α / 21-11-1990 το Π.Δ. 390/90 «Οργάνωση και Λειτουργία των Δημοτικών Σχολείων», το Π.Δ. 392/90 «Οργάνωση και Λειτουργία Λυκείων» και το Π.Δ. 393/90 «Οργάνωση και Λειτουργία Γυμνασίων». Τα Π.Δ. επαναφέρουν τις εξετάσεις και τη βαθμολογία στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο και καθιερώνουν τις «μονάδες παιδαγωγικού ελέγχου» ανάλογα με τις οποίες χαρακτηρίζεται η διαγωγή των μαθητών.
Στις 22/11/1990, μέρα που δημοσιεύονται στο Φύλλο της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως» (ΦΕΚ) τα Π.Δ. που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία των σχολείων της Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης, οι μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων του Ηρακλείου Κρήτης, της Κέρκυρας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης καταλαμβάνουν τα σχολεία τους. Ακολουθεί η Αθήνα και μέχρι 10/12/1990 καταλαμβάνονται εκατοντάδες Γυμνάσια και Λύκεια σε όλη τη χώρα. Γίνονται συγκρούσεις μέσα και έξω από τα κατειλημμένα σχολεία καθώς γονείς και μέλη του κυβερνώντος κόμματος προσπαθούν να σταματήσουν τις καταλήψεις. Σε μια από αυτές δολοφονείται στην Πάτρα ο καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας στις 8/1/1991.
Η παραίτηση του Υπουργού Παιδείας Β. Κοντογιαννόπουλου, η ανακοίνωση από το νέο Υπουργό Γιώργο Σουφλιά ότι τα Π.Δ. δεν θα ισχύσουν και θα «συζητηθούν εξ αρχής ως προς το περιεχόμενό τους», η εξαγγελία για επιπλέον δημόσια χρηματοδότηση 15 δις και κυρίως ο «πόλεμος του Κόλπου» (18/1/91) «ξεθυμαίνουν» τις μαθητικές αντιδράσεις. Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΟΛΜΕ «η έκρηξη του μαθητικού κινήματος ήταν το κορυφαίο γεγονός της χρονιάς αυτής. Εξέφρασε με αυτόνομο τρόπο και με άμεσες μορφές δημοκρατίας την αντίδραση στις κυβερνητικές αυτές επιλογές. Αναπτύχθηκε στο γόνιμο έδαφος των μεγάλων αγώνων για καλύτερη Παιδεία και μόρφωση. Αφομοίωσε και συνδέθηκε με τους αγώνες, τα αιτήματα και τις προσδοκίες των δικών μας αγώνων» (Μηνιαίο Πληροφοριακό Δελτίο της ΟΛΜΕ, τευχ. 620/1991, σ. 5).
Τον Οκτώβριο του 1993 επανέρχεται το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση. Υπουργός Παιδείας αναλαμβάνει την πρώτη περίοδο ο Δ. Φατούρος και από το Φθινόπωρο του 1994 ο Γ. Παπανδρέου.
Από τις 19-10-1993 σε υπόμνημά της προς το νέο Υπουργό Παιδείας Δ. Φατούρο η ΟΛΜΕ αφού τονίζει ότι: «ένα απίστευτο πλέγμα νόμων και ΠΔ που ψηφίστηκαν και εκδόθηκαν κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ενεργοποιούν και ενισχύουν ένα αυταρχικό, ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας των σχολείων και της εκπαίδευσης, με στόχο το φρονηματισμό και τη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών και τον έλεγχο της μετάδοσης της γνώσης» ζητάει ανάμεσα σε άλλα «α. ριζική αναθεώρηση του νομοθετικού πλαισίου της Διοίκησης της εκπαίδευσης β. να αποδεσμευτεί η επιμόρφωση από τις διαδικασίες βαθμολόγησης και κατάταξης των εκπαιδευτικών γ. να καταργηθεί το ΠΔ 320/93 για την «αξιολόγηση των εκπαιδευτικών» δ. να καταργηθεί το ΠΔ για τα «Ωρολόγια Προγράμματα των Γυμνασίων» ( Μηνιαίο Πληροφοριακό Δελτίο της ΟΛΜΕ, τ. 640/1993, σσ 4-5).
Το Νοέμβριο του 1994 αναστέλλεται το ΠΔ 320/93 για την «Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση» και αναγγέλλεται η αναμόρφωσή του. Επίσης καταργούνται μερικά οι διαδικασίες βαθμολόγησης και κατάταξης των εκπαιδευτικών στην επιμόρφωση (ΠΕΚ) με τροποποίηση διατάξεων του ΠΔ 250/92.
Αλλαγές γίνονται και στο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών στα Δημοτικά και στα Γυμνάσια το οποίο τελικά ρυθμίζεται με την έκδοση του ΠΔ 409/94 (ΦΕΚ 226 Α / 22-12/1994). Το νέο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών περιλαμβάνει Γραπτές ανακεφαλαιωτικές εξετάσεις Ιουνίου, Ωριαίες υποχρεωτικές γραπτές δοκιμασίες ανά μία κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων, τεστ ολιγόλεπτα, συνθετικές δημιουργικές εργασίες και περιγραφική αξιολόγηση. Προτείνεται, επίσης, νέο σύστημα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση (Εθνικό Απολυτήριο) το οποίο τελικά δε θα εφαρμοσθεί.
Το 1997 με υπουργό τον Γ. Αρσένη ψηφίζεται ο ν.2525/97.
Από τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς 1996/97 υπήρχαν σημάδια που έδειχναν ότι η κατάσταση στην εκπαίδευση θα είναι εκρηκτική. Οι σοβαρές ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, η δραματική κατάσταση των σχολείων, που στην πλειοψηφία τους λειτουργούν σε διπλή ή και τριπλή βάρδια, σε συνδυασμό με την οικονομική υποβάθμιση των καθηγητών δημιουργούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το «Ενιαίο» μισθολόγιο που ανακοινώνει η κυβέρνηση «εξαιρώντας τους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι της οργής και της αγανάκτησης, αφού προβλέπει ονομαστικές μειώσεις των αποδοχών» (Ανακοίνωση ΟΛΜΕ 14/1/1997).
Την 20η Ιανουαρίου 1997 οι καθηγητές αρχίζουν μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση και ένταση απεργίες που διαρκεί μέχρι την 14η Μαρτίου. Σε ανοιχτή επιστολή της ΟΛΜΕ την 19/2/1997, η οποία φαίνεται να εκφράζει την ουσία της κινητοποίησης των εκπαιδευτικών επισημαίνεται ανάμεσα σε άλλα ότι «ο απεργιακός αγώνας δεν έχει στενόθωρα κίνητρα και ταπεινά ελατήρια. Είναι ένας αγώνας στον οποίο μας ώθησε μια πολιτική συνεχούς υποβάθμισης και απαξίωσης της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης και των λειτουργών της (…) Η έννοια της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης μέρα με τη μέρα χάνει κάτι από το συστατικό της περιεχόμενο, καθώς η ελληνική οικογένεια υφίσταται συνεχή οικονομική αφαίμαξη από την παρασχολική δραστηριότητα» (ΟΛΜΕ, 19/2/1997).
Τον Ιούνιο του 1998 έχουμε μια ακόμη μεταξύ Κυβέρνησης και εκπαιδευτικών με αιτία την κατάργηση της επετηρίδας και αφορμή τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Στη διάρκεια του πρώτου διαγωνισμού του ΑΣΕΠ (11-15/6) για την πρόσληψη εκπαιδευτικών, 30 εξεταστικά κέντρα σε όλη την Ελλάδα πολιορκούνται από περίπου 15.000 αδιόριστους και μόνιμους εκπαιδευτικούς αλλά και φοιτητές.
Όμως στη μεταρρύθμιση υπήρξε και μαθητική αντίδραση. Μια από τις μεγαλύτερες και πιο παρατεταμένες αναταράξεις στο χώρο της Μέσης Εκπαίδευσης σημειώνεται με τις μαθητικές καταλήψεις που πραγματοποιούνται από το Νοέμβριο του 1998 έως τον Ιανουάριο του 1999 με αίτημα την κατάργηση των ν. 2525/97 και 2640/98. Το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου τα 2/3 των Λυκείων και περίπου 200 Γυμνάσια τελούν υπό κατάληψη ενώ την ίδια ημέρα δεκάδες χιλιάδες μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικοί συμμετέχουν σε μαχητικές διαδηλώσεις σε 46 ελληνικές πόλεις. Οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται με την ίδια περίπου ένταση και έκταση και αμέσως μετά τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, μέχρι τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1999.
Από τον Οκτώβριο του 1998 σημειώνονται σποραδικές αποχές και καταλήψεις δημοτικών σχολείων με αιχμή την υποχρεωτική επαναφορά του ορίου των 30 μαθητών ανά τάξη και αίτημα την αποσυμφόρηση των σχολικών τάξεων. Στη διάρκεια των μαθητικών καταλήψεων και με βασικό αίτημα την κατάργηση του ν. 2525/97 η ΟΛΜΕ πραγματοποιεί 24ωρη απεργία στις 9 Δεκεμβρίου 1998, συμμετέχει στην πανδημοσιοϋπαλληλική απεργία στις 15 Δεκεμβρίου 1998, συνδιοργανώνει πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 15 Ιανουαρίου 1999 και στις 19/1/1999. Παράλληλα «για να εκφραστεί η αντίθεση του κλάδου στο εντεινόμενο κλίμα αυταρχισμού κατά των μαθητών και για να ακυρωθεί κάθε προσπάθεια χρησιμοποίησης των εκπαιδευτικών σε κατασταλτικούς ρόλους» (Απολογισμός δράσης Δ.Σ. ΟΛΜΕ στη διετία 1997/1999) κηρύσσει 2ωρες στάσεις εργασίας στις 8/1/1999, 14/1/99 και 18/1/99 και δύο 24ωρες απεργίες στις 21 και 25/1/99.
Στις 28/1/99 πραγματοποιείται 48ωρη απεργία και νέες δίωρες στάσεις εργασίας τις 2 πρώρες ώρες λειτουργίας κάθε κύκλου στις 26/1/99, 27/1/99, 1/2/99 και 2/2/99. Στις 4/11/98 πραγματοποιείται κοινή συγκέντρωση μαθητών και καθηγητών έξω από το ΥΠΕΠΘ με αίτημα την κατάργηση των ν. 2525/97 και 2640/98. Νέα μαθητικά συλλαλητήρια στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη στο Βόλο και στα Τρίκαλα στις 11/11/98 πρωτοφανή σε όγκο. Το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου περίπου 280 Λύκεια σε όλη τη χώρα τελούν υπό κατάληψη (1/4 περίπου των Λυκείων). Στο τρίτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου περίπου 400 Λύκεια βρίσκονται σε κατάληψη ενώ στις 26/11/98 πάνω από 15.000 διαδηλωτές (κυρίως μαθητές) στην Αθήνα και δεκάδες χιλιάδες σε 30 πόλεις της Ελλάδας συμμετέχουν σε συλλαλητήρια.
Το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου τα 2/3 των Λυκείων και περίπου 200 Γυμνάσια τελούν υπό κατάληψη (Ανακοίνωση ΟΛΜΕ 4/12/98) ενώ στις 9/12/98 δεκάδες χιλιάδες μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικοί συμμετέχουν σε μαχητικές διαδηλώσεις σε 46 ελληνικές πόλεις. Η ανατάραξη συνεχίζεται με την ίδια περίπου ένταση και έκταση και αμέσως μετά τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές, μέχρι τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1999. Στα συνθήματα των μαθητικών κινητοποιήσεων ανιχνεύονται τα αιτήματα των μαθητών που επικεντρώνουν ουσιαστικά στο εξεταστικό σύστημα του Ενιαίου Λυκείου και στα ΤΕΕ.
Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών είχε συνειδητοποιήσει ότι οι απανωτές εξεταστικές διαδικασίες που προέβλεπε ο νόμος 2525/97, περά από τις διακηρύξεις περί βελτίωσης της παιδείας και ανεβάσματος του πήχη, είχαν ένα και μόνο στόχο: να μειώσουν το μαθητικό πληθυσμό στο Λύκειο και να στρέψουν ένα σημαντικό τμήμα του μαθητικού πληθυσμού στα ΤΕΕ.
[1] Από το βιβλίο Χρήστος Κάτσικας – Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, Σαββάλας 2007 (Β΄  ΈΚΔΟΣΗ)
Συνδικαλισμός
Καταρχήν, «ο συνδικαλισμός δεν έχει να κάνει με συγκεκριμένες οργανώσεις και δομές, είναι πάνω απ’ όλα τρόπος δράσης της εργατικής τάξης σαν τάξη καθ’ ευατή, δηλ. σαν τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής» (Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τεύχος 6 –η υπογράμμιση δική μου). Επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι «όλα αυτά που δένουν τους εργάτες με τα συνδικάτα (αυτούς τους οργανισμούς, που αυτοί οι ίδιοι έφτιαξαν, για τους οποίους έκαναν τόσες θυσίες, έδωσαν τόσους αγώνες και δείξαν τόσο ενθουσιασμό), εν ολίγης, όλα αυτά που τους κάνουν να τα έχουν μέσα στην καρδιά τους, είναι αυτά ακριβώς που τους κάνουν υπάκουους απέναντι στην θέληση των αφεντικών τους» (Α.Πανεκούκ, Εργατικά Συμβούλια, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, από Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τεύχος 6, η υπογράμμιση δική μου). Τα δύο παραπάνω αποσπάσματα μας θυμίζουν ότι –όσο χρήσιμα και αν είναι τα σωματεία ως μορφή οργάνωσης- μας οργανώνουν ως μέρος της καπιταλιστικής σχέσης, ως «τάξη καθ’ εαυτή», ως (υποτελείς) εργάτες. Για να αρνηθούμε και να επιτεθούμε τη θέση μας –το ότι είμαστε εκμεταλλευόμενοι και αλλοτριωμένοι εργαζόμενοι- για να γίνουμε δηλαδή «τάξη για-τον-εαυτό-της» που θα αμφισβητήσει την ίδια την καπιταλιστική σχέση, πρέπει συχνά να ξεπερνάμε το περιεχόμενο και την οργανωτική δομή των συνδικάτων π.χ. να ενωθούμε και με άλλους εκτός του εργασιακού μας χώρου/επαγγέλματος για να μην παζαρέψουμε απλώς τη «δική μας» τιμή/μισθό που θα πουλήσουμε την εργατική μας δύναμη κτλ. Παρολαυτά, μέχρι να φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο ένας αγώνας, σε ένα επίπεδο που θα αμφισβητήσει την ίδια την καπιταλιστική σχέση (και έτσι και την οργάνωση-συνδικάτο που «επιβεβαιώνει» θα λέγαμε αυτή τη σχέση), μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο συνηθέστερος τρόπος οργάνωσης μας είναι το συνδικάτο, ο σύλλογος εργαζομένων, το σωματείο. Είναι η πρωτόλεια μορφή οργάνωσης της «τάξης καθ’ εαυτής», μια συλλογική (και όχι ατομική) προσπάθεια για να αντισταθούμε στους καταναγκασμούς μέσα στη δουλειά. Τα συνδικάτα μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία αγώνα, μπορούν να προσπαθούν να ξεπερνούν τα δομικά προβλήματα/αγκυλώσεις που έχουν ως μορφή οργάνωσης και να γίνονται ζωντανή και ευέλικτη συλλογικότητα που κάνει αγώνα. Μερικά από τα προβλήματα τους είναι: α) η -από τον αστικό νόμο- ύπαρξη Διοικητικού Συμβουλίου = αντιπροσώπων της βάσης (διαίρεση «συνδικαλιστής-βάση»). Η ίδια η ύπαρξη Δ.Σ. αναπτύσσει την τάση διαμεσολάβησης των εργαζομένων από τους (νυν ή υποψήφιους) αντιπροσώπους τους και την τάση ανάθεσης στο (εκάστοτε) Δ.Σ. όλων των δραστηριοτήτων της συλλογικότητας/σωματείου β) η ύπαρξη παρατάξεων = τάση «κοινοβουλευτικοποίησης» + «κομματικοποίησης» του σωματείου και ανάπτυξης διαιρέσεων μεταξύ των εργαζομένων στη βάση της διαφορετικής παράταξης και όχι του ρόλου που διαλέγει να επιτελεί ο καθένας (π.χ. απεργός-απεργοσπάστης) γ) άλλες θεσμικές-νομικές αγκυλώσεις λόγω του αστικού δικαίου π.χ. οι ανασφάλιστοι, από τη στιγμή που είναι «αόρατοι», δεν μπορεί να γίνουν «επίσημα» μέλη του σωματείου κ.α. Αυτά τα προβλήματα/αγκυλώσεις των σωματείων μπορούν να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά, όταν φυσικά συνειδητοποιούνται από τους εργαζόμενους που συμμετέχουν και αγωνίζονται σε ένα σωματείο. Ένα τέτοιο σωματείο είναι και ο Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Αττικής, το οποίο λέει για το Διοικητικό Συμβούλιο και τις παρατάξεις τα εξής…
(Από το κείμενο «Η δική μας αντίληψη για το συνδικαλισμό» που δημοσιεύτηκε στο http://athens.indymedia.gr στις 23/1/2007).
«Υπάρχει ένας άλλος δρόμος….υπάρχει ένας άλλος τρόπος…..
Η πορεία του Συλλόγου έχει αφήσει μια πλούσια εμπειρία για το πώς πρέπει να παλέψουμε και πώς να οργανωθούμε. Ο χρόνος και οι εμπειρίες μας έχουν κάνει «σοφότερους».
Σε αυτό το σωματείο δεν υπήρξαν και δε θα υπάρξουν:
εκπρόσωποι που να διαχειρίζονται τις τύχες των συναδέλφων.
Σε άλλα σωματεία ανώτερο όργανο είναι το Διοικητικό Συμβούλιο. Αυτό αποφασίζει για τα κρίσιμα ζητήματα, μέσα από αυτό περνά η λειτουργία του σωματείου. Οι Γενικές Συνελεύσεις υπάρχουν για να υιοθετούν ή να απορρίπτουν τις προτάσεις του Δ.Σ., να επικυρώνουν ή να καταψηφίζουν τα πεπραγμένα του. Αποτέλεσμα είναι, η πιο μεγάλη στιγμή του σωματείου να είναι οι εκλογές όπου θα εκλεγεί το Δ.Σ.
Δεν χρειαζόμαστε «διοικητές» στα εργατικά σωματεία. Διοικητές υπάρχουν στο στρατό. Έχουμε στους χώρους εργασίας αυτούς που μας διοικούν και μας διατάζουν (εργοδότες, διευθυντές, προϊστάμενοι). Στα σωματεία πρέπει να έχουμε συναδελφικότητα και αυτοοργάνωση. Σε εμάς το Διοικητικό Συμβούλιο έχει έναν τυπικό χαρακτήρα. Υπάρχει, γιατί νομικά δεν μπορεί να υπάρξει συνδικαλιστικός φορέας χωρίς Δ.Σ., Πρόεδρο, Γεν. Γραμματέα. Στο Σύλλογό μας ανώτερο όργανο είναι η Γενική Συνέλευση. Μέχρι την επόμενη Γενική Συνέλευση ρόλο συντονισμού και διεκπεραίωσης, για την υλοποίηση των αποφάσεων της προηγούμενης, έχει το ανοιχτό μάζεμα των «πρόθυμων συναδέλφων». Όποιος θέλει να βοηθήσει την δράση του Συλλόγου έχει θέση σε αυτό το ανοιχτό μάζεμα. Έχοντας κατακτήσει μια συναντίληψη για τα βασικά ζητήματα, κινούμαστε εξασφαλίζοντας την όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμφωνία, ακόμη και την ομοφωνία. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις που υπάρχουν συζητιούνται διεξοδικά ώστε να βρίσκεται λύση ενοποίησης όλων. Αν χρειαστεί, οι αποφάσεις θα παρθούν με ψηφοφορία στις Γενικές Συνελεύσεις.
Επιδίωξή μας είναι (και το έχουμε πετύχει), ο Σύλλογος να μπορεί να εκπροσωπείται από κάθε συνάδελφο, σε συλλογικές διαπραγματεύσεις, παραστάσεις σε εργοδότες, εργατικές διαφορές στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνδικαλιστικές συσκέψεις…Για μας συνδικαλιστής είναι κάθε εργαζόμενος που παλεύει με συνειδητό τρόπο, δεν είναι ο εκλεγμένος σε κάποιο Δ.Σ. Στο Σύλλογο δεν προβάλλουμε πρόσωπα, προβάλλουμε τη συλλογικότητα. Από αυτή τη σκοπιά προωθούμε και την εναλλαγή στα τυπικά αξιώματα που ο νόμος απαιτεί να υπάρχουν. Ως πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γεν. γραμματέας μπορεί να οριστούν με εναλλαγή αρκετοί συνάδελφοι.»….
– μικρο-παραταξιακοί τσακωμοί και αλληλο-υπονομεύσεις.
… «Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ως σωματείο νοείται το άθροισμα των παρατάξεων που υπάρχουν σε αυτό. Οι παρατάξεις λύνουν και δένουν στη ζωή του σωματείου. Στις Γ.Σ., στο Δ.Σ., στις διαπραγματεύσεις, στην εκπροσώπηση προς τα έξω, στα πάντα, οι παρατάξεις τα βρίσκουν ή τσακώνονται, μοιράζονται ή μονοπωλούν, χάνουν ή κερδίζουν πόντους στο παιχνίδι διαχείρισης των υποθέσεων του σωματείου. Τα μέλη του σωματείου υπάρχουν για να ακολουθούν, να στηρίζουν, να ψηφίζουν, να διαμεσολαβούνται από κάποια παράταξη.
Στην ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος, οι παρατάξεις δεν διαμορφώθηκαν ως πολιτικές και συνδικαλιστικές τάσεις – ρεύματα, όπου πολλά θα μπορούσαν να προσφέρουν στο κίνημα, αλλά αποτέλεσαν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούν μηχανισμούς χειραγώγησης και ελέγχου της συνείδησης των εργαζομένων. Αποτέλεσαν και αποτελούν μηχανισμούς μεταφοράς επιδιώξεων ξένων προς τα εργατικά συμφέροντα (κομματικές επιλογές). Έτσι διασπούν αντί να ενώνουν τους εργαζόμενους.
Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον εναλλασσόμενο ρόλο «απεργού» και «απεργοσπάστη» που έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους η ΔΑΚΕ και η ΠΑΣΚΕ, ανάλογα με το αν είναι στην κυβέρνηση η Ν.Δ. ή το ΠΑΣΟΚ.»
Γιατί όμως όλη αυτή η παρένθεση για το συνδικαλισμό; Προβάλλω τις παραπάνω απόψεις ακριβώς γιατί νομίζω ότι τα πιο πολλά σχήματα των Παρεμβάσεων σε τοπικούς συλλόγους λειτουργούν περισσότερο ως παρατάξεις με τον παραδοσιακό, γραφειοκρατικό τρόπο που περιγράφεται στο απόσπασμα του Συλλόγου Βιβλίου-Χάρτου παραπάνω, παρά σαν σχήματα-πρωτοβουλίες-επιτροπές ανθρώπων που έχουν σκοπό τη σύγκρουση και την αλλαγή στην ίδια τη λειτουργία των Συλλόγων (όπως πάλι περιγράφεται παραπάνω το πώς μπορεί να λειτουργεί ένα σωματείο διαφορετικά: άμεση εμπλοκή της βάσης, του «ζωντανού» κομματιού των εργαζομένων ακόμα και αν είναι μειοψηφικό, σταμάτημα της ανάθεσης στους επαγγελματίες-συνδικαλιστές, ριζοσπαστικές δράσεις κτλ.). Με άλλα λόγια, μέχρι σήμερα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δεν έχει υπάρξει πραγματικό ενδιαφέρον να μεταμορφωθεί ο τρόπος συνδικαλιστικής συμμετοχής και δράσης. Επικρατεί ο κλασσικός τρόπος = «φτιάχνω ένα σχήμα – συμμετέχω στις εκλογές – μαζεύω ψήφους- -παρεμβαίνω στο Δ.Σ. και μπαίνω στο παιχνίδι καταγγελιολογίας των άλλων παρατάξεων – παρεμβαίνω με αντιπροσώπους στην Ομοσπονδία». Και αυτός ο τρόπος συνδικαλισμού κυριαρχεί όχι τυχαία, αλλά για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους:
α) είναι μια εδραιωμένη κουλτούρα συνδικαλιστικής δράσης που αναπαράγεται όχι μόνο από τη Δεξιά αλλά και από την Αριστερά.
β) έχει να κάνει με το νομικό κανονισμό λειτουργίας των Συλλόγων δασκάλων. Οι τοπικοί σύλλογοι είναι «ευνουχισμένοι», με την έννοια ότι δεν μπορούν να κηρύξουν απεργία παρά μόνο στάσεις εργασίας. Μόνο η ΔΟΕ μπορεί «από πάνω» να κηρύξει απεργία, και έτσι το ενδιαφέρον εστιάζεται σε αυτή, στο επίπεδο δηλαδή των αντιπροσώπων.
γ) ιστορικά, η πλειοψηφία των δασκάλων περισσότερο συναινεί/αδρανεί και στηρίζει (έστω και παθητικά-εκλογικά) τις ΔΑΚΕ-ΠΑΣΚ. Έτσι, είναι λίγος ο «ζωντανός» κόσμος που θα πάρει πρωτοβουλίες για να αλλάξει τον τρόπο που γίνονται, κατά συνήθεια ή και επιλογή, τα πράγματα και για να αναπτυχθεί ένας -ας τον πούμε- «συνδικαλισμός βάσης», ένας «συνδικαλισμός χωρίς συνδικαλιστές».
Η έμφαση δίνεται λοιπόν περισσότερο στην αναπαραγωγή των «ριζοσπαστικών σχημάτων» μέσα στα Δ.Σ. και όχι στη δημιουργία ζωντανών επιτροπών, σχημάτων, πρωτοβουλιών, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ ΑΓΩΝΑ μέσα στο Σύλλογο, στην άμεση εμπλοκή -έστω και ενός μειοψηφικού κομματιού- της βάσης σε διαδικασίες αγώνα. Για να το πω αλλιώς -και να το κριτικάρω- η κλασσική ερώτηση ενός Παρεμβασία (όπως και κάθε άλλου συνδικαλιστή) μόλις βρει έναν δάσκαλο στο Σύλλογο που «ενδιαφέρεται», είναι: «θέλεις να κατέβεις στο ψηφοδέλτιο»; Και όχι, «θέλεις να κάνουμε κάτι μαζί, να πάρουμε μια πρωτοβουλία, να ανοίξουμε ένα ζήτημα που καίει». Δυστυχώς, αυτή η κουλτούρα της συμμετοχής «με το ψηφοδέλτιο» ενισχύεται και από τον κόσμο αφού είναι μαθημένη και εύκολη δράση: «ε ας μπω στο ψηφοδέλτιο να πάρουμε μερικούς ψήφους, δεν είναι τίποτα». Η άμεση συμμετοχή χωλαίνει. Και αυτό έπαιξε πολύ-πολύ σημαντικό ρόλο στην απεργία των 6 εβδομάδων, όπου ο περισσότερος κόσμος που απεργούσε, αδυνατούσε να αυτό-οργανωθεί, να φτιάξει ή να πάει σε μια απεργιακή επιτροπή, να πάρει μια πρωτοβουλία Είχε μάθει στον κλασσικό τρόπο δράσης, στη ανάθεση, στο «να τρέχουν τα Δ.Σ., οι συνδικαλιστές». Άλλωστε…«αυτοί είναι ο Σύλλογος» (Δ.Σ. και Σύλλογος ταυτίζονται ενώ Σύλλογος είναι στην ουσία το σύνολο των εργαζομένων).
https://ekpaideysi.espivblogs.net/?p=1679